23 April, 2017

LYRICS FOR THE DISBANDED PROJECT, "DULL".

SECLUSION

In many occasions in my life
In silent nights full of light
I was the devil and the god
You faced me innocent and pure

Look at yourself
Close your eyes
Damn you

Silent nights
Filling my mind
Hate you

Obsessive lists are filling up
The names change as days pass
I am the fear in your eyes
I am the one that heard you cry
I am compulsive, I am pure
I fear life, I hate me

Burn

Rotten inside
Tripping myself
Fool me
Withdrawn from life
Stuck in a room
Kill me


COMPULSION

Compulsive I am
Chained on a floor

I
Feel alone
Trapped
In myself
Wrong actions
Rain over me
Reactions
Amputate my will

Your concept of life
Deceives what you are
Chained

You
Your eyes are blind
Horror
Lies in your heart
Clouded fears
Cut your weakened knees
Purple fires
Keep you in your hell

Your concept of life

In the end I’ll be alive
In the end I’ll freeze

I walk away free
Another circle it is
I leave, there is no trace
I’m just a memory

Carving
Sticking in your head
Sadism

Your concept of life
Misfortune, a lie


DECAY

Stay inside
Kill the light

My prison, my kingdom
A wall made of shattered glass

I can’t find meaning and I suffocate
There is nothing I believe
I pray there is no bullshit after life
How I crave for this
To end

My thinking, my sickness
A scaffold is calling for my name

The sound I hear is pretty deafening
There’s no silence or breaks
Suffocate myself as I pluck my eyes
Reject my own freedom
Decay

I can’t help but analyze

Bury my fears
Bury my life
Gut me

Stay inside
Taste my pain
Exhale

I find no point
Nothing to hang on


HESYCHASM

A creation of pure lies
Infiltrates my route again
Shuts my brain
Kills my heart
Raping
Stealing
Taking
Raping again

Raping again

Taking my time

Cutting my head
Lying
Smiling
Sinking
It’s all the same

Every time
I’ve been here
I know you
Feeling
Fighting
Striving
Was here before

Take me inside
I hate my own life

See me in pain
Bathe me in lies

I seem plain
I seem pure
I want to stay away

Broken hearts
Rotten smiles
Wishing
Thinking
Coping
I’m used to pain

Rape forever
The essence of life

I tend to hurt my own mind

Snakes eating tales
It’s all the same

So, stay inside

Please, stay inside

You are destroying the essence of life
You are the one who decides

Raping my body
Polluting my mind
Feed my fears
Prove that I am right

You are the one who divides

You are a witch with glass eyes
You only took something of mine
Deflower the purest essence of life
No logic in your crazy mind


ENTROPIA

Three decades of life
Are devouring my mind
Struggling my essence
Feeding on lies

Thirty pointless years
Of misery
Full of experience
Empty of dreams

You
Burn away
Let me be me

Entropic fights
Happen in my head
Hyper analyzing
What’s the point in this?

I see lies
Everywhere I look
Irrational thinking
I am begging for truth

Shut my mind of functioning
Gouge my eyeballs out
Take my heart and shallow it
I ’m sick

Sick of people
Sick of life
Burning inside me
Always hard to accept the fact

Burn away

Sucking my life-force

Keep away

Eating my entrails

Lies fill my world
Empty hearts and smiles
Thinking‘s all I got
Going
In known circles
Keeping my consciousness
Clean

01 April, 2017

ΠΑΡΑΛΗΡΩΝΤΑΣ ΑΝΑΚΥΚΛΩΝΟΜΑΙ, 25.

Το μεγαλύτερό μου θέμα, αυτό πιθανόν που δεν αφορά κανέναν, αυτό της ερωτικής αγάπης, θέλει τον μεγαλύτερο συμβιβασμό. Γιατί στο τέλος φεύγει και δε μένει τίποτα, μένουν ονόματα κι εμπειρίες που χάνονται στον χρόνο. Λόγια αγάπης που είχαν ειπωθεί, βαριά και βαθιά. Της στιγμής ή μάλλον αυτό βλέπω. Πως όλα τα ξεχνάς κι ίσως μόνος μου τα καρφώνω στο κεφάλι μου. Σαν εικόνες, μυρωδιές και συναισθήματα. Τα καρφώνω αυτιστικά. Είμαστε περαστικοί στις ζωές άλλων. Μπορεί να μένει μια θύμηση γλυκιά όταν εμείς απορρίψαμε ή μια πίκρα όταν μας απορρίπτουν, γιατί είμαστε εγωιστικά πλάσματα και καμιά φορά μόνο ένα τσουβάλι σκατό, έντερα κι αίμα. Όλα τα θυμάμαι, αλλά πρέπει να συμβιβαστώ. Και δεν μπορώ. Ίσως να πρέπει να μένω στο ειλικρινές, στο: «Σε θέλω, θα σου μείνω αξέχαστος» που λειτουργεί κι είναι βαθύ. Τελικά μου έχει αποφέρει, μέσα από αμέτρητες ιστορίες κι ίντριγκες, κάποιες από τις καλύτερες μου φίλες. Χωρίς το σεξ πλέον, ισότιμοι φίλοι. Καλά, άντε, καμιά φορά πηδιόμαστε να θυμηθούμε τα παλιά, αλλά τι να κάνω, είμαι ο Λάμπρος σου... Που ζω τα πάντα έντονα, μαζί σου. Όταν είμαστε ελεύθεροι. Όταν δε χρειάζεται να αποδείξουμε ο ένας στον άλλο τίποτα. Δε χρειάζεται ο «έρωτας». Μπορεί τελικά αυτό να είναι, το ελεύθερο, το χαλαρό. Αυτό να ονομάζεται «έρωτας» κι όχι ό,τι κυνηγώ και πεθαίνει κάθε φορά. Όχι το να κρύβεσαι κι απλώς να παρασιτείς δίπλα σε κάποιον. Δε θα το άντεχα, δε θα το έκανα ποτέ. Αλλά, εδώ μού λέω ψέματα, γιατί λατρεύω και τα δύο όταν είναι ορισμένα και ξεκάθαρα. Απλό σεξ ή αγάπη. Να χώνομαι μέσα τους, να απορροφιέμαι, χωρίς να φτάσω να παρασιτώ. Όχι αυτό. Είναι βαρύ. Είναι ψεύτικο.
Αναρωτιέμαι, πού είμαι ο εαυτός μου πιο πολύ; Πού δε χρειάζεται να κρύβομαι ή να αντιλαμβάνομαι ότι εσύ το κάνεις; Πού αράζω χαλαρός και γελώ; Πού δεν αγχώνομαι; Πού με έχεις δει να χύνω, σαν αγρίμι; Να βγαίνει ο σατανάς από μέσα μου, να ξεφυσάω, όταν αφήνομαι, όταν τελειώνω. Όταν με κοιτάς αποκαμωμένη, άδεια πλέον από οργασμούς. Να χτυπάω τη γροθιά μου στο στρώμα, το σώμα μου να σφίγγει, οι φλέβες να πετάγονται; Κατά κύριο λόγο το έχεις δει όταν ήσουν απλή φίλη μου. Όταν δεν υπήρχε αυτή η χημεία του έρωτα, αυτό το κάψιμο. Αυτά τα ναρκωτικά στον εγκέφαλο, που με κάνουν να θέλω να χαθώ μέσα σου. Όταν ξαπλώνω πάνω σου και κουνιόμαστε μαζί. Χορεύουμε, μεθάμε, γινόμαστε ένα και χάνεται ο χρόνος και γαμώ το, είναι τέλειο κι αυτό, αλλά πολλές φορές είναι ψεύτικο, παροδικό.
Μόνο όταν υπάρχει απλό ένστικτο, όταν αλλάζουμε στάσεις, περίεργες, μοναδικές, όταν βρίσκω τα κουμπιά σου, όταν γαμιόμαστε και φτάνουμε μαζί στη θέωση, εκεί είναι απογυμνωμένο. Κι είναι ειλικρινές, αφηνόμαστε, είμαστε χαλαροί. Ήμουν τυχερός και τα έχω ζήσει μαζί. Όλα. Τους συνδυασμούς αγάπης / ειλικρίνειας κι άνεσης / έρωτα σε επίπεδο σχέσης. Χωρίς να κρύβομαι, χωρίς να φοβάμαι. Μαγική συνύπαρξη κι ήταν τέλεια ολοκληρωμένο. Ήταν βαθιά αγάπη. Σπάνια... Για λίγο ή περισσότερο χρονικό διάστημα. Ό,τι κυνηγώ και θέλω να στεριώσει για πάντα. Αλλά... Είμαι άτυχος.
Λατρεύω να πηγαινοφέρνω το νεσεσεράκι μου, στις περιοδείες, στα ταξίδια μου κι οι φίλοι μου να με κράζουν. «Είμαι κυρία, καλιέ» τονίζω. Αυτό το νεσεσεράκι μου, το ροζ χρώματος, έχει δει τόσα. Έχει πάει σε τόσα σπίτια. Το έχεις δει αν με ξέρεις. Θα το έχεις συνδέσει μαζί μου. Με το σεξ μας, με την παρέα μου, με τις αγκαλιές μου και το πόσο σε φρόντιζα κάποτε. Έστω για ένα βράδυ ή όταν είχε εγκατασταθεί για λίγο καιρό, εκεί στην τουαλέτα σου και μέναμε μαζί. Κάπου στην Πετρούπολη, κάπου στη Βικτώρια, κάπου στη Νέα Σμύρνη, κάπου στα Πατήσια, κάπου στη Βουδαπέστη, κάπου στο Παγκράτι, κάπου στην Ομόνοια, κάπου στο Παλαιό Φάληρο, κάπου στα Εξάρχεια, κάπου, κάπου, κάπου... Καίγαμε τα βράδια μας, λιώναμε, συνδεόμασταν. Πολλές φορές αγαπιόμασταν.
Κι εγώ θα ψάχνω πού θα το αφήσω, πού θα στεριώσει. Αλλά δε θα συμβιβάζομαι όταν σε αγαπώ. Δε θα νικήσω εμένα, δε θα μου πω ψέματα. Γιατί στο τέλος μπορεί να φοβηθείς να είσαι ελεύθερη κι αληθινή, όποια κι αν είσαι. Και τελικά θα χαθούμε. Γιατί στο τέλος, αν με πληγώσεις, θα βαρεθώ και θα νιώσω μόνος. Γιατί έχω καλή πρόθεση. Θέλω μόνο αλήθεια κι ασφάλεια να καλύψει τη δική μου ανασφάλεια. Αλλά είσαι τυφλή, πολλές φορές, μπροστά στις ανασφάλειές σου. Γιατί θέλω και μπορώ να τις καλύψω και τελικά, εσύ, δεν το θέλησες ποτέ. Φοβάσαι να απελευθερωθείς από το είναι σου. Γιατί θα ήμασταν ευτυχισμένοι. Γιατί θα σε ψάχνω μέχρι να βρω πού υπάρχεις κι αν υπάρχεις. Αλλά θα φέρνω το νεσεσεράκι μου κι αν με κρατήσεις εκεί, θα το δεις συχνά. Αν είσαι συμπολεμίστρια ή φίλη, θα το δεις συχνά και δε χρειάζεται να πληγωθούμε. Για αυτό μην κρίνεις το νεσεσεράκι μου, το ροζ, που ταξιδεύει, ενώ θέλει να μείνει σταθερό. Πόσο πολύ το θέλει να ριζώσει... Κάποια στιγμή μπορεί να είχαμε συναντηθεί ή να συναντηθούμε. Και θα είμαστε ελεύθεροι κι αληθινοί. Θα είσαι κι εσύ. Θα είσαι η τελευταία μου κι εγώ το ίδιο για εσένα.
Ο τελευταίος σου.
Για πάντα.
Κάποια στιγμή.

ΤΕΛΟΣ.

25 March, 2017

ΠΑΡΑΛΗΡΩΝΤΑΣ ΑΝΑΚΥΚΛΩΝΟΜΑΙ, 24.

Θα γελάω κι ίσως γρήγορα γεμίσω, όπως γεμίζουν τα σκηνικά που βλέπω τώρα στα τετραδιάκια μου. Τα ταξίδια, τα μουσεία, οι εικόνες. Οι πυραμίδες 21 χρόνια πριν, σαν να τις βλέπω τώρα μπροστά μου. Φωτογραφική μνήμη. Η Γαλλία κι η Disney land, εκεί, λίγο πριν φύγεις πατέρα από το σπίτι, όταν γύρισες δύο ημέρες νωρίτερα στην Ελλάδα. Έκανες φάρσα στον πεθερό σου. Αν έχει οδοντιατρικό αρχείο για να αναγνωριστούν τα καμμένα πτώματα των παιδιών του, στο Παρίσι. Κάφρε. Είναι περίεργο πως ενώ μεγάλωσα κι έλειπες, έχουμε τόσα κοινά, τόσα αυτιστικά, τόσα αυτοκαταστροφικά στοιχεία και τόσο ίδιο χιούμορ. Σε θυμάμαι να μου διαβάζεις μετά τη δουλειά σου για ώρες, να μου ανοίγεις το μυαλό, να με πηγαίνεις σε κινηματογράφους και θέατρα κι όλοι οι άλλοι γονείς να μας ζηλεύουν. Κι αυτό, το πόσο καλός πατέρας ήσουν μέχρι να φύγεις, δε θα το ξεχάσω. Μετά τα γάμησες, κι εσύ για τις γυναίκες. Ίσως για αυτό κουβαλούσα τόσο πόνο, γιατί ξαφνικά μου την πήρες αυτήν την ευτυχία. Κάτι που έπειτα έκαναν η Μάγισσα, η Κύπρια στον βαθμό που το έκανε και τώρα η συμφοιτήτρια. Γιατί κάθε απόρριψη κι ευτυχώς οι βαριές ήταν πολύ λίγες, μου θυμίζουν εσένα και πρέπει να το δουλέψω, να το αποδεχτώ και να το θάψω. Είμαι σε καλό δρόμο. Βαρέθηκα να πονάω.
Θυμάμαι τριπαρίσματα, μανιτάρια, ψυχεδέλειες κι ενδοσκοπήσεις. Πρωινά στην Ουγγαρία κι επιστροφές στο σπίτι. Εμένα κολλημένο πάνω από τον πάγκο της κουζίνας, καμμένο. Να σκέφτομαι τι πρέπει να κάνω μετά και να σκαλώνω πάνω από μια φέτα ψωμί του τοστ για ώρα. Πόσες φορές να έχει γίνει κι αυτό, σε πόσες διαφορετικές κουζίνες, σε πόσες χώρες; Είμαι τυχερός που δε με έχει χαζέψει η φούντα. Κανονικά δε θα έπρεπε να μπορώ να αρθρώσω κουβέντα με τόσα λειβάδια που έχω ρουφήξει. 
Κρατάω φανταστικές γνωριμίες που έγιναν βαθιές φιλίες. Εσένα αδελφέ μου στη Γερμανία, γεμάτε τατουάζ, ανώμαλε σάτυρε. Ίδιε, οριακέ, να μας φέρνει κοντά ο πόνος από έναν χωρισμό. Πάντα να με ηρεμείς όταν μιλάμε, ίσως για αυτό το αποφεύγω καμιά φορά. Εσένα μουσικέ, υπηρέτη του σκοτεινού, να μου εκφράζεις την εκτίμησή σου για τη μουσική μου κι όταν αντιλαμβάνομαι ποιος είσαι, να κάνω σαν παιδί. Να σου τονίζω πως ακούω τα δικά σου σαν τρελός στη Βουδαπέστη, συντροφεύεις τη μοναξιά μου κι έχεις γράψει μέσα μου. Εσένα συμμαθητή μου, εγγονέ του Δημάρχου, ήρεμη δύναμη. Άνθρωπε που δε χρειάζεται να βρω κάτι να σου πω. Κι εσένα που μου κρατούσες παρέα, όσο κλειστός κι αν είσαι, εσένα με το ψεύτικο όνομα που σε εμένα βγάζεις το αληθινό κι ακούς τα κρίματά μου. Αδελφέ μου παντοντινέ, Γιώργο. Κι άλλους, κι άλλα αδέλφια και για λίγο δε νιώθω μόνος γιατί είμαι τυχερός. Μου το είπε ο Ντίνος, ο δάσκαλός μου, ο κολλητός μου, πως άλλοι δεν έχουν κάνει ή δε θα κάνουν ποτέ, τόσες και τόσο βαθιές, φιλικές σχέσεις. Ένιωσα για άλλη μια φορά το πόσο τυχερός είμαι που με αγαπάει και με συμβουλεύει.
Μα όσα κι αν θυμάμαι, είναι όλα στο χαρτί ή στο μυαλό. Έχουν γίνει και κάποια στιγμή θα τα γράψω. Ξεχωριστές ιστορίες το κάθε ένα, μικρές ή μεγάλες. Είμαι γεμάτος, αλλά δεν το εκτιμώ. Πως άλλοι θα ζήλευαν να κάθονται, να μη δουλεύουν, να γαμιούνται αχόρταγα, να παίζουν τη μουσική τους, να ταξιδεύουν κι απλά να ζουν σαν χομπίστες. Μέχρι να ζοριστούν, να βαρεθούν και να σηκωθούν από τον λήθαργο. Άλλοι το ψάχνουν και θα το αντάλλαζαν με τη ζωή τους, αλλά εγώ δεν είμαι ποτέ ευχαριστημένος, γιατί το μυαλό μου τα ματαιώνει όλα, τα ξεχυλώνει, τα αναλύει. Αγχώνομαι και πρέπει να παλεύω κάθε ημέρα, να τιθασεύω τη σκέψη μου, για να νιώθω καλά. Πρέπει να ζοριστώ και να βγω ξανά στον δρόμο, όπως τότε στο εξωτερικό. Μόνο για να μου αποδείξω πως μπορώ, να καταλαβω για άλλη μια φορά το πόσο αναβλητικά μαλάκας είμαι και το πόσο εύκολα είναι τελικά πράγματα και καταστάσεις που αμελώ να φέρω σε πέρας. Όπως όλη αυτή η εξομολόγηση που πήρε τελικά 9 ήμερες, 9 καθισιές, με μια αναβολή 32 χρόνων. Μα πρέπει να δεχτώ πολλά και να συμβιβαστώ κι αυτό είναι προδοσία στο μυαλό μου, στο είναι μου το όλο. Πρέπει να θυμάμαι να με συμβουλεύω. Γιατί να είμαι τόσο καλός στο να συμβουλεύω τους άλλους; Γιατί να μπορώ να δω εύκολα το βαθύτερο, την «ουσία» των θεμάτων που τους βασανίζουν και στα δικά μου να είμαι τυφλός, βόμβα συναισθήματος; Πρέπει να βγαίνω από το σώμα μου και να με βλέπω σαν τρίτος. Μπορώ να το κάνω, γαμώ το συναίσθημά μου το τρελό... 
Μα όπου υπάρχει «πρέπει», αντιδρώ... Εδώ κολλάει ο συμβιβασμός, στο να περιορίσω το είναι μου, το συναίσθημα που λέω. Να δεχτώ πως όταν υπάρχει κάτι ερωτικό μεταξύ δύο ατόμων, κάτι πέρα από το απλό σεξ, δεν μπορεί να υπάρχει απόλυτη αλήθεια. Κι αν ποτέ τη βρεις είσαι πολύ τυχερός, φίλε μου, φίλη μου. Γιατί η αλήθεια, η αντικειμενική, είναι μία. Αυτή πίσω από τα γεγονότα και μόνο αυτή. Όχι τα κίνητρα, όχι τα αποτελέσματα, οι σκέψεις κι οι προθέσεις, που απλώς είναι όργανα στο να τη βιάζουν καθημερινά, να την τροποποιούν. Κι η δική σου αλήθεια, μπορεί να είναι το δικό μου ψέμα. Για αυτό παγώνω σιγά σιγά και προτιμώ τις φιλενάδες μου. Αφού στις άλλες περιπτώσεις μαχαιρώνομαι, κόβομαι, φθείρομαι όσο περνούν τα χρόνια. Όταν σου δείχνω την πραγματική μου πρόθεση κι υπάρχει αγάπη, θα εκπλαγείς. Θα το εκτιμήσεις. Γιατί θα είμαι όσο πιο αληθινός γίνεται και θα σου αρέσει συνήθως. Μέχρι να με φοβίσεις εσύ, με την ανασφάλειά σου να παίζει σκάκι με τη δική μου. Για αυτό να είσαι ψευτική κι εγώ θα κοιμάμαι μόνος μου στο τέλος.
Γιατί έχω κώδικα τιμής. Γιατί μπορεί να θέλω να κάνω σεξ όλη την ώρα. Μπορεί να ποθώ τις γυναίκες και να θέλω να δοκιμάσω έστω μια φορά με την πλειοψηφία όσων γνωρίζω. Να σκέφτομαι πως μπορεί να κάνουν όταν τελειώνουν, ενώ αράζω μαζί τους και φιλοσοφούμε. Αλλά... Όταν πρόκειται για κοπέλα ή πρώην φίλου μου ή κάποια σε σχέση σοβαρή, σέβομαι. Δε βλέπω αιδοίο, δε βλέπω έρωτα, δε βλέπω σεξ. Δε νιώθω το διαβόλι να μου τριβελίζει το μυαλό και το πουλί μου κοιμάται βαριά. Όπως όταν αγαπώ και νιώθω το ίδιο αδιάφορος για όλες τις άλλες. Όταν όμως είσαι είτε φίλος, είτε φίλη, είτε σύντροφος, συνεργάτης και συνένοχος στη σεξουαλική ζωή μου, θέλω μόνο δικαιοσύνη. Αυτή που ψάχνω και στις σχέσεις, αλλά καταρρίπτεται. Εδώ δε συμβιβάζομαι, ποτέ. Αν μου πεις ψέματα θα απογοητευτώ. Αν είσαι ψεύτικος δε θα σου ανοιχτώ ή αν το είχα κάνει, που είναι πολύ πιθανό, πλέον δε θα μιλάμε.
Ίσως σαν άνθρωποι δε βρούμε ποτέ το τέλειο, το ιδανικό, γιατί δεν υπάρχει. Γιατί είμαστε από τη φύση μας με ψεγάδια και θέλει κότσια να τα εντοπίσεις. Θέλει δύναμη να τα απομονώσεις, να τα δουλέψεις, να τα εξαλείψεις. Θέλει να μείνεις μόνος σου, να δεις τον εαυτό σου στην απ’ έξω. Το είδα στα άτομα που γνώρισα στη Βουδαπέστη, χεσμένα στο χρήμα, ικανά να έχουν ό,τι ποθήσουν κι όμως να είναι πολύ πιο προβληματικά, καταθλιπτικά από εμένα. Να βαριούνται πιο πολύ τη ζωή, όταν όλα τούς ήταν δεδομένα κι είχαν κορεστεί. Ήμουν όμως δίκαιος κι υπομονετικός. Το δέχτηκα και τους λυπάμαι, να είναι τόσο κενοί, τόσο φοβισμένοι μέσα τους.
Το τέλειο έχει τα όριά του για τον κάθε ένα και το δικό μου δε γεμίζει εύκολα ή δε θα γεμίσει ποτέ. Λόγω του κρεμμυδιού. Λόγω των πτυχών μου, λόγω του βάθους μου, που είναι ένα εμπόδιο, μια αλυσίδα στον λαιμό. Όσο και να σε γεμίσω, ίσως εσύ δε με γεμίσεις ποτέ. Ίσως νιώθω πάντα μόνος μου, αλλά βλέπω όλον τον κόσμο να είναι έτσι. Κι αυτό είναι αστείο αν το καλοσκεφτείς. Αντί η μοναξιά να μας ενώνει, σε κάποιο σημείο του κόσμου, σε δωμάτια, σε αίθουσες, στο δρόμο, παντού, συντελούνται μάχες, σώμα με σώμα, ή σε νοητό επίπεδο, μέσα μας. Είναι λίγοι όσοι έχουν ψυχική ηρεμία και ευελπιστώ να γνωρίσω κι άλλους για να παραδειγματιστώ.

18 March, 2017

ΠΑΡΑΛΗΡΩΝΤΑΣ ΑΝΑΚΥΚΛΩΝΟΜΑΙ, 23.

Θυμάμαι τις περιοδείες με την μπάντα, σε Ελλάδα κι εξωτερικό. Την ανεμελιά, τις πόλεις που έχουμε κοιμηθεί, τις φωτογραφίες που βγάζω. Τα τόσο σουρρεαλιστικά περιστατικά που έχουμε αντιμετωπίσει. Τα αστεία, τα νεύρα, την κούραση, το χόρτο. Το να λέω: «Μη μπαμπά» προσποιούμενος πως παραμιλώ στον ύπνο μου κι οι άλλοι να γελούν. Αν μου το έλεγες κάποτε πως εγώ, ο γυναικωτός, ο καθαρός θα κοιμηθώ σε κάτι αχούρια που δεν υπάρχουν λέξεις να περιγράψουν τη βρώμα τους, θα σου έλεγα πως είσαι τρελός. Κι όμως είναι ωραία η πουτάνα η μουσική, με θεραπεύει. Για αυτό κι υπομένω αντίξοες για εμένα καταστάσεις. Καμιά φορά συμβιβάζομαι κι ανέχομαι πράγματα. Για να βγαίνω στη σκηνή και να χάνομαι αυτιστικά, να ουρλιάζω τον πόνο μου. Θυμάμαι τα μέρη που έχουμε δει πέντε μαλάκες μαζί. Πολλές φορές στη μέση του πουθενά, χωμένα μέσα στα δάση της κεντρικής Ευρώπης. Θυμάμαι το van να ταξιδεύει για να γκαρίζουμε σε χωριά και τόπους που δε θα πας ποτέ, γιατί το ίδιο θα συνέβαινε και σε εμάς αν δεν παίζαμε αυτό που παίζουμε. Θυμάμαι τους τσακωμούς μας και το παρασκήνιο πίσω από αυτούς. Το τι έχουμε τραβήξει κι ανεχτεί ο ένας από τον άλλο, αλλά όταν μπαίνουμε στην πρόβα, όταν παίζουμε στη σκηνή, τα ξεχνάμε όλα κι είμαστε αδέλφια. Έστω για λίγο, όπως στην αρχή. Κι εσύ μας βλέπεις για 30 λεπτά, χωρίς να έχεις ιδέα τι μόχθος, τι τριβή υπάρχει από πίσω. Στα πάντα. Στην τέχνη. Στον δρόμο. Στη ζωή. «Με βλέπεις να χαμογελώ ειρωνικά. Το είδος σου απεχθάνομαι, σιωπώ προσωρινά...»
Θυμάμαι τη Βουδαπέστη μου, που τότε δεν εκτιμούσα. Τον δρόμο που έμενα και τις μαστουρωμένες βόλτες μου. Τα σοκάκια, την αρχιτεκτονική. Το φεγγάρι να σκάει στην κουζίνα, αυτήν την υπέροχη κουζίνα με τα μεγάλα παράθυρα. Τα βράδια με τα ακουστικά στα αυτιά, να ακούω black metal και να μου λείπεις εσύ, η πρώτη μου συγκάτοικος. Η καλύτερη μου φίλη. Λουσμένος στο σεληνόφως, μόνος μου. Να κλαίω που σε άφησα να φύγεις. Θυμάμαι τις εξόδους, τους μαφιόζους και τον ξένο σε εμένα αυτόν κόσμο. Έναν κόσμο που μόνο με τον πατέρα μου ζούσα, επιδερμικά, όταν πήγαινα να τον δω στο εξωτερικό. Θυμάμαι την επική βραδιά μας, με εσένα πλούσια και μουρλή μου φίλη. Το δωμάτιο vip και την Καναδή, στην οποία με έκανες διαφήμιση. Δε μας μίλησε ποτέ ξανά γιατί της βγάλαμε το διαόλι. Την αποπλανήσαμε μπροστά στο αφεντικό της και το ήθελε, δεν αντιστάθηκε. Ενώ, κανονικά, έπρεπε να είναι σοβαρή στην επαγγελματική της έξοδο. Θυμάμαι εσένα φίλε μου από την Κύπρο, «τάντζι» μου. Τα αράγματά μας, ανώμαλε, αδελφέ μου. Τα καψίματα με εσένα μικρέ μου Μάρκο, τα καψίματα με τους καταθλιπτικούς Ούγγρους φίλους μου. Θυμάμαι τη θεία μου, αδελφή της μάνας μου, να με παίρνει τηλέφωνο για να δει τι κάνω και να κλαίω πάντα όταν το κλείναμε. Να σπάω όταν σκεφτόμουν το πόσα προβλήματα είχε κι έχει να αντιμετωπίσει αυτός ο άνθρωπος. Προβλήματα που ντρέπομαι να γράψω, βαριά, υγείας, σημαντικά. Όχι υπαρξιακές μαλακίες και θέματα αγάπης, όπως τα δικά μου. Και νιώθω αχάριστος, νιώθω λίγος και μαλάκας. Νιώθω άσχημα και κλαίω ξανά για τη σαπίλα μου, για αυτό που είμαι.
Θυμάμαι πρωτοχρονιές και μεθύσια, να κυκλοφορώ με το βρακί μου το μινέρβα, τότε αυτά φορούσα. 16άχρονος παρθένος, να σου έχω ξεράσει το σαλόνι, αδελφέ μου Νάσο, ανάμεσα - μπροστά σε όλον τον κόσμο. Είχα ντραπεί πολύ την επόμενη ημέρα, όταν αντιλήφθηκα τι έκανα την προηγούμενη.
Θυμάμαι τα αστεία μου, να σε κάνω να γελάς επειδή το παίζω ομοφυλόφιλος. Επειδή πετάω τα κλειδιά μου και σκύβω να τα πιάσω, με τον κωλαράκο μου να τουρλώνει. «Ουπς, καλιέ, μου έπεσαν» θα δηλώσω. Επειδή προσποιούμαι πως βάζω δάκτυλο και τον παίζω παράλληλα, την ώρα που μπαίνεις στο δωμάτιο. «Ωχ, δε σε είχα δει» θα σου πω. Κυκλοφορώ γυμνός, βάζω το πουλί μου στην τσέπη σου, «να το φυλάξω». Θυμάμαι το χιούμορ μου, αυτό που είναι ιδιαίτερο. Πολλές φορές ακραία ρατσιστικό, σεξιστικό ή οτιδήποτε μπορεί να προσβάλλει κάποιον. Κι όμως πάντα διακρίνεις πως δεν εννοώ τίποτα, πως απλώς σε πειράζω για αυτό και το δέχεσαι. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων θα γελάσεις. Όταν δεν είσαι κομπλεξικός ή συντηρητικός.
Θυμάμαι τα μαλλιά σου να κατσαρώνουν κι άλλο, Μάγισσα. Μετά από τόσο ιδρώτα, μετά από ώρες έρωτα, καψίματος σε όλο μου το σπίτι. Εκτός από το δωμάτιο της μάνας, αυτό είναι ιερό. Θυμάμαι τον καθρέφτη μου να έχει αποτυπώσει, τόσες φορές, το ίδιο πράγμα, εμένα γυμνό κι εσένα να αλλάζεις. Θυμάμαι να σε πείθω πως μου αρέσει να συνουσιάζομαι με ζώα. «Κfc, Καλλιτέχνης fucking chickens» σου είχα πει και διασκέδαζα με τη βλακεία σου, την αφέλειά σου, μικρόμυαλη. Όχι εσύ Μάγισσα, μια άλλη ήταν, ήσουν τσάκαλος εσύ. Θυμάμαι το θέατρο σου στον δρόμο. Να πέφτεις να κάνεις εμετό, όταν κατάλαβα πως γαμιόσουν με τον σάπιο που δεν υπερασπίστηκε ποτέ την πράξη του και τελικά να με πείθεις πως δεν έγινε τίποτα. Πόσο τυφλός, ήμουν, πόσο τυφλός είμαι ακόμα; Θυμάμαι έναν από τα τωρινά σου θύματα, να με βλέπει και να μου το παίζει πως: «Όλα είναι εντάξει, σιγά, πέντε χρόνια έχουν περάσει» όταν ήξερε για εμάς. Τον θυμάμαι να εικάζει για αυτό που μπορεί να νιώθω ή ένιωθα και τον λυπάμαι τον κακομοίρη. Τον λυπάμαι που είναι καραγκιόζης.
Θυμάμαι το vip club. Αφγανική μαφία κι εσένα αγαπημένη μου φίλη, αγνή Χασίκλω. Ξεκάρφωτη ανάμεσα στους μαφιόζους, τους σωματοφύλακες, την κόκα και τις βίζιτες. Κι εγώ μαζί σου, ξεκάρφωτος, να σου λέω: «Μη φοβάσαι, με αυτούς δουλεύω, τι να κάνω, τώρα καταλαβαίνεις, τώρα βλέπεις». Θυμάμαι το πρώτο σου σπίτι. Να σε γλείφω ενώ κολλάς τσιγάρα και να χύνεις. Να μου δίνεις τον μπάφο να τον ανάψω, λέγοντάς μου: «Σκάσε τον εσύ, σου αξίζει, με ξεφτίλισες» μετά τον οργασμό που σου έκανα δώρο. Το πουλί μου χωμένο μέσα στη ζάχαρη και μια ατάκα: «Φάε το λουκουμάκι σου, είναι συριανό». Κι εσύ γελούσες, το έφαγες με χαρά. Θυμάμαι να ακούμε μουσικές, να χανόμαστε μαστουρωμένοι. Να καιγόμαστε στα Ιλίσια και τη Βουδαπέστη.  
Θυμάμαι εσένα πρώτη μου αγάπη, πρώτη μου σχέση. Πρώτε μου μύστη στο χόρτο και το σεξ. Αγαπημένη, όμορφη, γυναικάρα, συμμαθήτρια, παρθένα, αχόρταγη για έρωτα. Να ρίχνουμε κρυμμένοι, laser στον παππού μου και να νομίζει πως τρελάθηκε. Να λέει πως ο θεός του τού στέλνει μηνύματα. Ενώ εμείς πηγαίναμε να κατουρηθούμε από τα γέλια. Το δασάκι στην Πετρούπολη, το σεξ και τις μαυροδάφνες, εκεί στα 17, 18, μαζί σου. Τα ταξίδια μας στο εξωτερικό και τις ζαβολιές μας, όταν οι άλλοι δε μας έβλεπαν. Κι εσύ θυμάσαι μόνο έρωτα και σεξ από εμένα. Αυτό μου είπες πως κάναμε για τέσσερα χρόνια συνέχεια και δεν το έχεις ξαναζήσει, ενώ εγώ θυμάμαι τα πάντα. Θυμάμαι κι άλλα, πέρα από αυτό. Θυμάμαι να είμαι ευτυχισμένος, αθώος, ελαφρύς. Τουλάχιστον με θυμάσαι όμορφα, χωρίς να έχουμε να χωρίσουμε τίποτα. Χωρίς να έχουμε επαφές πια.
Θυμάμαι κάποιον παλιό φίλο. Να του λέω να βάλουμε τσόντα κι όταν μου απάντησε πως θα έρθει η μάνα μου σε λίγο, να του απαντώ: «Καλά, θα την περιμένουμε» γιατί τέτοιο είναι το χιούμορ μου. Θυμάμαι να σου λέω για πλάκα (και το ξέρεις καλά αυτό, το ξέρεις το εν λόγω χιούμορ μου), όταν η μητέρα σου είχε καρκίνο κι είδε πως δεν περνάς μαθήματα στη σχολή, ότι θα σου πει σε κάποια φάση: «Αμάν, θα μου βγάλεις τον καρκίνο» και τότε είχες γελάσει. Γιατί ξέρεις πως δεν έχω τέτοια κακία μέσα μου. Δεν την είχα ποτέ, παλιέ μου φίλε κι αδελφέ. Θυμάμαι να σε αποκαλώ νόθο, μπάσταρδο, ενώ δεν έπρεπε. Εκεί έγινα κακός κι αυτό δεν είμαι. Είναι το μόνο για το οποίο σου ζητώ συγγνώμη. Για όλα τα άλλα ξέρεις καλά πως φταις.
Θυμάμαι τις μαλακίες που έχω κάνει στη μάνα μου, να γυρνάω κομμάτια, για άπειρα βράδια κάποτε. Να με πετυχαίνει μεθυσμένο και κοιμισμένο πάνω στη χέστρα. Πολλά ξημερώματα, στα τέλη της εφηβείας μου. Να με παρακολουθεί όταν έκανα παρέα με τους πρεζάκηδες στα 14 μου. Απλώς για να μη νιώθω τόσο άσχημα με την πάρτυ μου και τον χωρισμό των γονιών μου. Θυμάμαι το πόσο με πρήζεις, αλλά το πόσο ενδιαφέρεσαι και περιμένεις να αναστηθώ, γιατί μόνο εσύ θα χαρείς τόσο. Εσύ, η συγκάτοικος, που με ανέχεσαι και με νιώθεις. Η μητέρα μου, η μαμά μου.
Θυμάμαι μουσικές και μεθυσμένες πρόβες στον Βύρωνα. Θυμάμαι τζαμαρίσματα που χάθηκαν επειδή δεν ηχογραφήθηκαν ποτέ. Κι ήταν τόσο όμορφα, τόσο ελεύθερα. Ήχοι που δε θα ξαναπαιχτούν, αλλά κάπου κοιμούνται μέσα μου.
Θυμάμαι την πενταήμερη, να κυκλοφορώ γυμνός στους διαδρόμους, όταν οι συμμαθητές μου είχαν πάει έξω να διασκεδάσουν σε ένα σκυλάδικο. Θυμάμαι πως βρήκα τη βότκα σου, εσένα τον bully του σχολείου, που για κάποιο λόγο με σεβόσουν. Ίσως γιατί σε κάλυπτα στις απουσίες και δε με ένοιαζαν οι μαλακίες σου. Αλλά ήπιες όταν γύρισες κι εγώ είχα τρίψει πριν τον ιδρωμένο κώλο μου στο στόμιο. Εκεί που ρουφούσες.
Κλαρινογαμπρέ, είχα βάλει το χειριστήριο της κονσόλας σου, στο ίδιο σημείο, να πάρει την μυρωδιά μου. Δεν το έχωσα μέσα, μη φοβάσαι, δεν κάνω τέτοια. Το έκανα μπροστά στη συμφοιτήτρια, αυτή που τώρα ή κάποια στιγμή μπορεί να αγκαλιάζεις ξανά ή και όχι. Γιατί σου είπε ψέματα πως δεν ήμουν τίποτα ή κάτι ανάλογο. Απλά ένας συμφοιτητής της που γαμήθηκαν μερικές φορές ή ό,τι σκαρφιστεί για να σε πείσει και κάνω τα σενάριά μου τα φανταστικά, πελαγώνω. Δεν ξέρω τι συμβαίνει ή θα συμβεί. Κι αν μάθαινες τι έχει παιχτεί πραγματικά, το πόσο έντονα ήταν όλα μεταξύ μας και το πόσο ψεύτικα ζείτε, θα το παρατούσες το άθλημα. Αλλά, τι λέω με την αναισθησία σας... Συγκατοίκηση και φυλακή και ψέμα. Εξάρτηση λέγεται κι είναι νοσηρή, καμιά αγάπη. Δεν ξέρουν τι είναι.
Αυτό θα θυμάμαι και θα στενοχωριέμαι, την άγνοιά μου, τον χρόνο που έχασα και δεν άξιζε. Ίσως τελικά να έμαθα πολλά, επειδή ήσουν σάπια, αναίσθητη, ρηχή. Με δίδαξες, μου υπενθύμισες πως υπάρχουν και τέτοιοι. Ήμουν εκεί όμως. Πάντα δίπλα σου. Είσαι αχάριστη, είσαι άρρωστη, λυπάμαι. Κι ένα κομμάτι μου θα πεθαίνει κάθε φορά. Θα κόβετα, θα πέφτει και θα σαπίζει. Όλο και πιο πολύ θα αδειάζω. Δε θα στερέψω ποτέ όμως. Δε φοβάμαι.

14 March, 2017

ΚΑΡΦΙΤΣΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ.

Περιμένω να έρθεις μέσα στο σκοτάδι.

Περιμένω να παίξεις τις σάπιες νότες σου.

Χρησιμοποιώντας τις φωνητικές μου χορδές, να βγάλεις φάλτσους ήχους.


Περιμένω το ανηλεές χάδι σου.

Περιμένω το ερωτικό σου έρεβος.

Να γεμίσεις την ψυχή μου με γνώριμη μαυρίλα.


Περιμένω να με φιλέψεις προστυχιά.

Περιμένω να μου σκίσεις το στήθος.

Μπήγοντας τα βρώμικα νύχια σου στη σηψαιμική καρδιά μου.


Περιμένω να σταματήσεις τα ρολόγια.

Περιμένω να βυθιστώ μες στο παρόν.

Για λίγο να ρουφήξεις το γεμάτο διαταραχές είναι μου.


Περιμένω να μου ξεριζώσεις τα μάτια.

Περιμένω να γίνουν όλα σκοτεινά.

Να μείνω σε ό,τι έχω συνηθίσει και μπορώ να χειριστώ.


Περιμένω να ξυπνήσω και να έχει νόημα.

Περιμένω εμένα γιατί μόνο έτσι πάει.

Να νικήσω ό,τι αντικρύζω στον καθρέφτη.


Περιμένω το αδυνατισμένο χέρι σου να απλωθεί.

Περιμένω τον ηλιθιωδώς μάταιο κόσμο να καταλάβει.

Μάταια περιμένω σε μια μεγάλη σάλα περικυκλώμενος από ζωντανούς νεκρούς.

11 March, 2017

ΠΑΡΑΛΗΡΩΝΤΑΣ ΑΝΑΚΥΚΛΩΝΟΜΑΙ, 22.

Κι οι ημέρες γεμίζουν, μια παραλλαγή όλα. Αν κλείσω τα μάτια μου, θυμάμαι τη σειρά, τα γεγονότα, τη ζωή μου. Χαραγμένα στο μυαλό μου. Σαν να συνέβησαν χτες, ακόμα κι αν δεν τα έχω καταγράψει στα τετράδιά μου. Γεμίζουν βιβλία στο κεφάλι μου κι είναι τόσα πολλά, τόσες λεπτομέρειες. Μερικά τόσο αλλόκοτα που χάνω την μπάλα, δεν ξέρω πού να εστιάσω, γιατί να το κάνω και ποιο το νόημα; Είναι μάλλον η φωνή που μας μιλά, αυτή η ανάγκη μας να βρούμε κάτι να μας συμπληρώσει. Για αυτό φωνάζω σιωπηλά, για αυτό ξεχύνομαι κι ανοίγω τις πτυχές μου.
Θυμάμαι την Κρήτη, το 1991, να είμαι σχεδόν επτά ετών και να θέλει να με μυήσει στη μαλακία και τα πρώτα μου βιομηχανικά τσιγάρα, ένας δεκατριάχρονος Κρητικός. Έλα όμως που σκόπευε να με πείσει να του τον πάρω στο στόμα. Κατέληξε, επειδή δεν καταλάβαινα τι ήθελε, να μου δείξει. Βάζοντας το δικό μου το πουλάκι στο δικό του βρωμόστομα και μη μαγκώνεις εδώ, κομπλεξικέ μου φίλε. Δεν ανταπέδωσα τη χάρη. Έφυγα τρομαγμένος, με το πρώτο στόμα που φιλοξένησε τον αυριανό μου πλοηγό, να είναι ανδρικό. Το μόνο ανδρικό, μην αναρωτηθείς αν υπήρχαν άλλα.
Θυμάμαι τους πρώτους μου οργασμούς. Τον καινούριο κόσμο που είχε ανοίξει μπροστά μου. Δε φανταζόμουν ποτέ την χρονική ποσότητα ζωής που θα μου κατανάλωνε στην πορεία η αναζήτησή τους, η επίτευξή τους. Πάντα πίστευα πως δε θα βρω καμία ή θα είμαι ένας παρθένος. Ήμουν άπειρα ντροπαλός, ακόμα είμαι σε περιπτώσεις. Πόσες ευκαιρίες έχω χάσει... Είδα όμως πως όσο πιο άμεσος είμαι, τόσο πιο αποτελεσματικά παίρνω αυτό που θέλω. Σκέφτομαι γιατί να μην ήταν τα πράγματα έτσι απλά, χωρίς όλο το θέατρο. Αν ταιριάζεις με τον άλλο να του το ζητάς, χωρίς ταμπού, χωρίς «σεξισμό». Κόσμια, άμεσα. Χωρίς καθυστερήσεις, αφού όλα εκεί καταλήγουν κι οι προσεγγίσεις έξω, στα bar, στα clubs, στον δρόμο, στα social media, όταν δεν έχουν κάποιον επαγγελματικό λόγο, όταν δεν υπάρχει φιλία ή σεβασμός, λόγω άλλης σχέσης, αυτό κρύβουν. Και κοροϊδευόμαστε.
Θυμάμαι εμένα, όταν ήμουν δέκα ή έντεκα ετών. Μου αγόρασαν φιγούρες του Καραγκιόζη και της παρέας του, μαζί με μια σκηνή για να παίζω. Δύο κοντάρια σε κάθετη θέση, συνδεδεμένα με άλλα δύο σε οριζόντια, σχημάτιζαν ένα ορθογώνιο πλαίσιο. Μια λάμπα πίσω μου, ο παραγωγός των σκιών που χρειαζόμουν για να ξεκινήσω το παιχνίδι. Μάζευα την αδελφή μου και τα τρία ξαδέλφια μας. Όλα κάτω των δέκα ετών, με τη μικρότερη ξαδελφούλα μου να είναι μόλις δύο. Το όνομα της παράστασης: «Ο Καραγκιόζης παιδεραστής». Το θέμα της δεν απείχε σαφώς από τον τίτλο. Να τονίσω πως τρέφω τη μεγαλύτερη απέχθεια για τον κάθε είδους παιδεραστή και βιαστή. Μάλλον είχα αρρωστημένο χιούμορ από μικρός, με τον λαϊκό ήρωα να στήνει τα κολλητήρια στη σειρά, τεστάροντας τις γνώσεις τους σε θέματα απλά. Τύπου: «Πόσο κάνει 2 + 2;» και φυσικά αυτά να απαντούν, πάντοτε, λάθος. Έπειτα, έμπαινε σε εφαρμογή ο τίτλος που είχε δοθεί στον πρωταγωνιστή μας. Το κρίμα στον πρωκτό των κολλητηριών. Κάτι δεν πήγαινε καλά με εμένα, από τότε.
Θα συνεχίσω να θυμάμαι το πώς είχα πάρει τον χωρισμό των γονιών μου, όταν πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα βαθύ πόνο και παραιτήθηκα. Τους πρώτους έξι μήνες έκανα μπάνιο μια φορά την εβδομάδα. Μαλακιζόμουν μανιακά κι έχυνα μέσα στα βρακιά μου. Ήμουν βρωμιάρης στο σώμα για πρώτη και τελευταία φορά. Πάλι καλά που δε μυρίζω. Μου κάνουν πλάκα οι φίλοι μου για το γυναικωτό μου. Οι γυναίκες κολλάνε με τη μυρωδιά μου, τους αρέσει, μου εξομολογούνται. Μάλλον είμαι τυχερός. Τους λέω πως είναι: «Cannabis for men» ή: «Λάμπρος, το κορίτσι σου». Τότε όμως, στα 12 μου έτη, πρώτη φορά τόσο πληγωμένος, είχα εστιάσει μόνο στο σχολείο και στο διάβασμα. Ψυχαναγκαστικά, για να ξεχνιέμαι. Για να αντικαθιστώ την λανθασμένη, παιδική ενοχή που μου είχε δημιουργηθεί από τη φυγή του πατέρα μου. Για να αποδεικνύω πως κάπου αλλού, πρέπει και μπορώ να είμαι ο καλύτερος. Πως αξίζω, δεν είμαι κακό παιδί για να κάνω τον άλλο να φύγει. Θυμάμαι να νιώθω μόνος μου στο προαύλιο. Να διαβάζω χωρίς να είμαι τυπικός σπασίκλας. Να φοράω μεταλλάδικη περιβολή με γυαλαμπούκι και μαλλί αφάνα. Να είμαι απουσιολόγος μέχρι και τη δευτέρα λυκείου. Όταν έπρεπε να διαβάσω παραπάνω, μάλλον είχα αρχίσει να αποδέχομαι τον χωρισμό. Είχα ανακαλύψει και το ποτό, έτσι, δειλά δειλά.
Θυμάμαι τυχαία γαμήσια, μιας βραδιάς, όπως το σπίτι στο Αιγάλεω και μια κοπέλα τόσο παχιά. Η πρώτη μου ηλεκτρονική κατάκτηση. Την πάτησα, ήμουν πρωτάρης. Όχι πως έχω θέμα, είπαμε, όλα είναι στο μυαλό. Την πρώτη της ατάκα, όταν τη συνάντησα κοντά στο σπίτι της: «Τώρα μπορείς να φύγεις άμα θες». Φυσικά δεν έφυγα, τρόμαξα, αλλά είπα μέσα μου: «Εδώ είσαι, πότε θα το ξανακάνεις αυτό;» Πού να ήξερα... Κι ήταν από τα πιο ακομπλεξάριστα γαμήσια που έχω βιώσει. Πού να ήξερα τι θα ακολουθούσε τα επόμενα χρόνια και πόσες φορές θα επαναλαμβάνονταν πανομοιότυπα γεγονότα; Κι εκεί, στο δωμάτιο των γονιών της, με έναν κεντημένο σταυρό σε κάδρο και δίπλα μια τεράστια φωτογραφία του γάμου τους, εκεί που διαλύσαμε ο ένας τον άλλο, με σεξ και γέλιο, κατάλαβα πως δεν έχω θέμα με την εικόνα τόσο. Γιατί τελικά με τις πιο ωραίες γυναίκες, έχω κάνει το χειρότερο σεξ για τα δικά μου δεδομένα. Αυτό που πρέπει να ξεκλειδώσεις τον άλλο, αν και πάντα μου αρέσει αυτή η πρόκληση κι εκτός από μια φορά (μαζί σου, συμφοιτήτρια, αν και κάτι κατάφερα, γαμώ την άρνησή σου, φυλακισμένη), τα καταφέρνω πάντα. Εσύ, όμως, Μάγισσα, έχω να το λέω στον εαυτό μου, ήσουν το καλύτερο σεξ μου. Το πιο ολοκληρωμένο. Κι αν ήσουν όμορφη, τότε... Η ζωή είναι τόσο σουρρεαλιστική καμιά φορά. Τα έφερε έτσι που εμείς οι δύο λύσαμε τις διαφορές μας. Κάναμε κατά κάποιο τρόπο ειρήνη. Χωρίς απαραίτητα να συγχωρέσουμε ο ένας τον άλλο. Κάποια πράγματα δε συγχωρούνται, απλώς τα ξεχνάμε. Ένιωσα ξανά αγνή αγάπη για εσένα, το μένος μου έπαψε. Εκεί, στην αγκαλιά μας, που για λίγο ήταν αγνή. Όσο αληθινή ή ψεύτικη κι αν ήταν η συνάντησή μας... Δεν έχει σημασία. Σε ευχαριστώ, Φριτζιλού μου κι ας έδειξες στη συνέχεια πως με έπαιξες για άλλη μια φορά. Έχω αποδεχτεί το τι είσαι.
Θυμάμαι τον εαυτό μου κάπου στα βόρεια προάστια. Να πασχίζω να χύσω γιατί δεν καυλώνω στο μυαλό. Απλώς για να με αφήσει η άλλη να φύγω. Έπειτα να πηγαίνω καπάκια στην τότε σχέση μου, που είχε διαλυθεί λίγες ημέρες πριν. Μασώντας τσίχλα για να διώξω τα υγρά από τον οισοφάγο μου, τα υγρά μιας αλλόκοτης πλούσιας. Αυτής που με κούραζε λίγο και δεν καύλωνα σωστά. Έπρεπε να σκεφτώ άλλες για να τελειώσω. Έπρεπε να σκεφτώ, όπως και σε μια άλλη περίπτωση λίγο καιρό μετά, πως είμαι ένας φοιτητής από επαρχία. Πως κάνω το ζιγκολό για πλούσιες κυρίες που με εκμεταλλεύονται, ώστε να πληρώνω τα δίδακτρά μου. Πάντα κάνω σκετσάκια στο μυαλό μου αν δε μου αρέσει πολύ το σεξ ή το άτομο με το οποίο γαμιόμαστε εκείνη τη στιγμή. Ευτυχώς δε συμβαίνει συχνά. Σε περιπτώσεις που γουστάρω πολύ, που αγαπιόμαστε ή νιώθουμε χημεία κι άνεση θα σε βάλω μέσα στους ρόλους μου. Θα σε ταξιδέψω μιλώντας σου. Θα σε καυλώσω δημιουργώντας εικόνες.
Θυμάμαι να φτιάχνουμε γυναικείο προφίλ με έναν παλιό αδελφό μου, που τώρα δεν υπάρχει. Έχει εξαφανιστεί από τη ζωή μου. Να σε κάνουμε να μας ερωτευτείς, εσένα τον φίλο μου και μετέπειτα συνοδοιπόρο στον πρώτο μου σοβαρό συγκρότημα. Έτσι, για να σου αποδείξουμε πως είσαι λίγο ψωνισμένος κόπανος. Όταν σε καλέσαμε κι ήρθες να μας βρεις, είχες παρφουμαριστεί, αλλά βρήκες εμένα και τον άλλο. Και μας παραδέχτηκες, όσο κι αν έλεγες πως το είχες υποπτευθεί. Θυμάμαι να είμαι πέντε, έξι ετών και να βαράω τους φίλους μου, να μεγαλώνω κι άλλο και συνεχώς να βασανίζω την αδελφή μου. Τον μόνο άνθρωπο που με ξέρει τόσο βαθιά, χωρίς να της έχω μιλήσει ποτέ. Μάλλον γιατί με νιώθει κι ας είμαστε τελείως διαφορετικοί. Κι ας μην μπορώ να της εκφράσω την άπειρη αγάπη που της έχω. Αθανασία μου, σε αγαπάω.

04 March, 2017

ΠΑΡΑΛΗΡΩΝΤΑΣ ΑΝΑΚΥΚΛΩΝΟΜΑΙ, 21.

Στο τέλος όμως, μετά τα δρομολόγια ή τον αποχαιρετισμό στην πόρτα μου, όταν κανονικά πρέπει να κοιμηθώ, θα κάνω τις ρουτίνες μου. Σχεδόν κάθε ημέρα. Είτε ήμουν με κάποια πριν, είτε όχι. Θα τακτοποιήσω το δωμάτιο. Τα πάντα θα μπουν στη θέση τους κι έπειτα θα αράξω. Θα πιω άλλο ένα γάρο, εκεί μπροστά στον υπολογιστή, με μουσική στα αυτιά. Να το απολαύσω χωρίς να το μοιραστώ. Θα τον παίξω ξανά κι ας είχαμε λιώσει πριν. Εγώ θα έχω καύλες πάλι και συνήθως θα φανταστώ εσένα που μόλις γαμιόμασταν, να κάνουμε παρτούζες με προηγούμενές μου.
Όταν είμαι σε σχέση, δε χρειάζεται να ανατρέξω στο υλικό που έχω δημιουργήσει με άλλες. Τον παίζω μόνο για την κοπέλα μου. Όταν όμως δεν είμαι, θα αξιοποιήσω τις αναμνήσεις μας και τις φωτογραφίες. Γιατί για κάποιο λόγο δε φωτογραφίζω την «κανονική» ζωή μου, αλλά τη σεξουαλική και τη χιουμοριστική. Κι εσύ με αφήνεις, όχι μία, αλλά πολλές φορές. Ποζάρεις. Θα δω τη συνέχεια των φωτογραφιών που βγάλαμε. Δε μιλάω όμως για αυτές, που έχουν δει οι πολλοί. Όχι αυτές για τις οποίες, ειδικά όταν τις είχα ανεβάσει στο διαδίκτυο νόμιζαν πως είμαι ξεκάθαρα ομοφυλόφιλος. Ο κόσμος έχει δει μόνο αυτές, να φοράω τα ρούχα σου ή τα εσώρουχά σου ή να κάνω τα σκετσάκια μου. Έχει δει στιγμές από τις περιοδείες με την μπάντα, από όπου έχω άλλες τόσες φωτογραφίες, τέτοιου τύπου. Να κάνω βλακείες και να πετάω τα ρούχα μου, όντας το γλυπτό στο πάρκο, το γουρουνάκι στη γάστρα, ο Πάνας στο δάσος με τη φλογέρα του, η τοξική πεταλούδα, ο άτυχος cowboy, ο επίμονος αγρότης, ο οπαδός με το ρόπαλο, ο γυμνός σατανιστής, ο ξεβράκωτος intellectual, ο μοναχικός αρσιβαρίστας στο ντουζ κι άπειρα άλλα τέτοια. Σκηνικά που στήνω σε κλάσματα του δευτερολέπτου, όταν δω κάτι και με εμπνεύσει περίεργα. Κάτι που θα σκεφτώ να το διακωμωδήσω με τον τρόπο μου. Ξέρω πως όσοι με νοιάζονται ή με γνωρίζουν και τρέφουμε αλληλοεκτίμηση, έχουν γελάσει όταν τις έχουν δει. Μπορεί να παραξενεύθηκαν πολλές φορές, αλλά δε θα κράξουν ποτέ. Θα το δουν όπως είναι. Σαν αστείο. Άτομα που με ξέρουν επιδερμικά ή καθόλου, έχουν κουτσομπολέψει, διαβάλλει ή εικάσει λάθος και πλέον το διασκεδάζω. Δε νευριάζω.
Εγώ όμως, στην καρέκλα μου, στον θρόνο μου, θα βλέπω τη συνέχεια των φωτογραφιών που έχεις δει αν με έχεις ψάξει. Εσύ που με κρίνεις χωρίς να έχεις ιδέα τι προηγήθηκε ή τι ακολούθησε. Όταν δε φοράω τα γυναικεία ρούχα των φιλενάδων μου και δε φωτογραφίζομαι σαν γκέισα. Όταν δε φοράω τις γόβες τους, δεν προσποιούμαι τον σκεπτόμενο άνθρωπο, τον αυτοκτονικό thrasher, τον ανώμαλο καλλιτέχνη, τη μητέρα που θηλάζει, τον καραφλό εκδικητή. Οταν δεν ποζάρω με το πουλί μου πιασμένο σε συρτάρια, ψυγεία ή όπου αλλού να είναι. Θα δω εσένα, τη φιλενάδα μου, τη σύντροφό μου. Όταν είμαστε γυμνοί. Εγώ θα κρατάω τις στιγμές μας, το σώμα, τον ιδρώτα, τις ταινίες μας, σε gigabytes δεδομένων. Όχι σαν τρόπαια, απλώς σαν αναμνήσεις.
Όταν έβγαζα τα ρούχα μου σε εκείνη τη συναυλία στη Νέα Μάκρη, το 2015, έβαζα το πέος μου ανάμεσα στα πόδια μου κι ήσουν μέσα στο κοινό, μεταλλάς, χαζός, καμμένος ή στενόμυαλος, απλώς σε προκαλούσα. Όποιος κι αν ήσουν, χωρίς να σε ξέρω. Γιατί οι στενόμυαλοι μου τη δίνουν. Κι η αδελφή μου να μου μεταφέρει πως άκουγε κόσμο να λέει: «Τι πούστης είναι, πόσο πούστης». Αλλά μετά από αυτό το live εγώ γάμηθηκα με 4 κοπέλες που με προσέγγισαν όταν με είδαν εκεί. Κι είχα ήδη άλλες τόσες να βλέπω παράλληλα. Και γελάω και τον παίζω όταν τις σκέφτομαι, γιατί αυτό δεν το ξέρεις και κρίνεις την εικόνα μου να σε κοροϊδεύει. Εσένα και τον συντηρητισμό σου.
Ανατρέχω στο αρχείο μου, βάζοντας νούμερα σε κάθε φάκελο, ανάλογα με το πότε μπήκαμε ο ένας στη ζωή του άλλου, ποια ήσουν σε σειρά. Κι αν διαλέξω για παράδειγμα την 6η με τη 26η, το άθροισμα όλων των ψηφίων θα είναι 14. Το άθροισμα των ψηφίων του αποτελέσματος θα είναι 5. Στον φάκελο της 6ης θα πατήσω το βελάκι στο πληκτρολογιο να πάει μπροστά, να τρέχει, 6 φορές. Διαδοχικά, με κλειστά τα μάτια μου. 26 φορές στον φάκελο της 26ης,, με τον ίδιο τρόπο. Και θα έχω 5 φωτογραφίες πάνω, 5 φωτογραφίες κάτω (το άθροισμα από πριν) σε κάθε φάκελο, σύνολο 10 για την κάθε μία. Πριν και μετά την τυχαία φωτογραφία στην οποία έχω πέσει μετά από την παραπάνω διαδικασία. Να διαλέξω για να μαλακιστώ, να γίνεις ο καμβάς της φαντασίας μου. Αυτή που είχα κάποτε και τώρα δεν έχω ή είχα μόλις πριν λίγο. Έτσι για να περνάει η ώρα. Μια σκέψη και πράξη που την κάνω σε δέκατα του δευτερολέπτου, σαν κομπιουτεράκι. Απλώς για να είναι κάπως τυχαίο, κάπως ψυχαναγκαστικό. Κάπως για να δώσει λίγο ενδιαφέρον στο τρομπάρισμα. Μια σκέψη από τις άπειρες που βομβαρδίζουν το κεφάλι μου καθημερινά. Λίγα δευτερόλεπτα για να βρω με τι θα χύσω, όταν κάνω σεξ με τον εαυτό μου. Η μαλακία έχει γίνει επιστήμη, που να με έβλεπες να κάνω συνειρμούς. Που να μπορούσα επακριβώς, με εικόνες, σαν ταινία, να σου προβάλλω το πώς το μυαλό μου συνδέει πράγματα και καταλήγει στο άσχημο. Στο στρεσογόνο, το ψυχαναγκαστικό, το αυτόματο.
Κι εκεί που πάει να κλείσει το μάτι, έχει βαρύνει, μετά τον τελευταίο οργασμό, θα κάνω ψυχαναγκαστικά τα push ups μου. Κάθε ημέρα, ακόμα κι αν τελικά βρεθώ στο σπίτι σου. Θα τα κάνω, όσο κοιμάσαι, γιατί πρέπει. Γιατί δουλεύει ο ψυχαναγκασμός προς όφελός μου για μια φορά. Θα πιω τελικά άλλο ένα γάρο κι ίσως τον μαλακίσω πάλι, ξαπλωμένος. Για λίγο ακόμα, χωρίς να χύσω, μέχρι να βαρεθώ και να κοιμηθώ. Θα ξυπνήσω το πρωί, κι ανάλογα με το αν έχω δουλειά ή όχι, θα έχω διαφορετική ρουτίνα, όπως στην Ουγγαρία (μαλακία, πλύσιμο χεριών, push ups, χυμός, μπάφος, ξεκίνημα δουλειάς). Αλλά πάντα, θα τον παίξω. Αν δεν είσαι δίπλα μου το πρωί, αν έχω κοιμηθεί μόνος μου, ό,τι και να έχω να κάνω. Πρώτη πρωινή τρόμπα, όπως το πρώτο τσιγάρο. Μαλακισμένα ξεκινώ την ημέρα μου, μαλακισμένα θα τη λήγω. Σε δωμάτια.
Θα με αναζητούν οι φίλοι μου, όμως συνήθως ή θα είμαι με κάποια ή θα μιζεριάζω για κάποια κι αυτό είναι λάθος. Όταν επιλέγω να βγω, βλέπω πόσο καλά περνάω ή ότι είναι εύκολο να ξεφύγω από τη ρουτίνα. Πόσο χρόνο ξόδεψα για τη συμφοιτήτρια, πόσα θυσίασα και δεν άξιζε τελικά; Αν κι όλοι μου λένε πως άξιζε ό,τι έκανα. Γιατί το έζησα, αφέθηκα και νίκησα τους πειρασμούς μου. Γαμώ το, τι να κάνει η μικρή Κρητικιά μου, η ανώμαλη ποιήτρια;
Όταν βρεθώ με τους δικούς μου ανθρώπους, τα αδέλφια μου, θα νιώσω πιο χαλαρός. Δε θα νιώθω πως οι γύρω μου με κοιτούν, δε θα νιώθω άγχος για λίγο. Σχεδόν πάντα όμως θα κουβαλώ μαζί μου τη σκέψη ή το παράπονο ή την προσμονή ή την καύλα ή όλα αυτά μαζί. Για κάτι που με περιμένει μετά ή είναι μαζί μου ή κάτι που με ζορίζει ή θα μου δοθεί αργότερα. Στο ενδιάμεσό θα χάνομαι σε παρέες χασικλίδων. Όχι όσο παλιά, αν κι είναι μερικοί σύντροφοι που όταν τους πετυχαίνω, κάνουμε γερά καψίματα. Για αυτό και τους αποφεύγω πολλές φορές. Ίσως πλέον μιζεριάζω με αυτά ή πάντοτε ένιωθα μίζερα. Προτιμώ να πίνω μόνος μου ή με άλλον έναν. Στο δωμάτιο μου, όταν είμαι κλεισμένος. Το καλύτερο είναι με μια γυναίκα. Πόσες ώρες από τη ζωή μου έχω περάσει κάνοντας σεξ, έρωτα, χαμένος στο χόρτο, πόσα καψίματα; Μόνο με τις σχέσεις μου δεν το κάνω, εννοώ δεν το μοιράζομαι, συνήθως δεν πίνουν, γιατί αν πίναμε δε θα εξελισσόμουν ποτέ. Θα έμενα εκεί, στο κρεβάτι, όπως έχει γίνει με τόσες φιλενάδες και γίνεται ακόμα, ενίοτε. Κι είναι ωραίο και το αποζητώ ή αν είμαστε μαζί θα πίνω και δε θα το καταλαβαίνεις. Όταν θέλω να μην ξέρεις πολλά, όταν δεν είχες πολλές επαφές με το χόρτο.

01 March, 2017

ΑΘΗΝΑ ΣΕ ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ (ΜΕ ΤΥΧΑΙΑ ΣΕΙΡΑ).

Μια πίστα.

Η φιλία.

Το τίμιο.

Το καθαρό.

Μεγάλο μπουρδέλο.

Οι συναντήσεις.

Οι συμπτώσεις.

Το παρελθόν.

Τα τυχαία.

Τα μεθύσια.

Οι auditions.

Τα λάθη.

Η "φιλία".

Το κουτσομπολιό.

Οι καθρέφτες.

Οι ανασφάλειες.

Η κοινωνικότητα.

Η δηθενιά.

Η αντικοινωνικότητα.

Η μιζέρια.

Η πουτανιά.

Η ειλικρίνεια.

Η ζεστασιά.

Τα αδέλφια.

Οι σκέψεις.

Η πλήξη.

Η έκπληξη.

Η έξοδος.

Το δωμάτιο.

Το σκοτάδι.

Η μοναξιά.

Οι ανακυκλώσεις.

Η σήψη.

Τα πισωγυρίσματα.

Το μάταιο.

Το ορισμένο.

Το γνώριμο.

Το ψέμα.

Οι φόβοι.

Το θάψιμο.

Το ψεύτικο.

Το κρυστάλλινο.

Οι κλεψύδρες.

Το κρυφό.

Το ύπουλο.

Το δήθεν.

Οι δήθεν.

Οι κενοί.

Οι χαμαιλέοντες.

Το κενό.

Η απογοήτευση.

Η ειρωνία.

Το κάρμα;

Το ανεκπλήρωτο.

Τα γαμήσια.

Ο κόσμος.

Οι λίγοι.

Τα αδέλφια.

Η μουσική.

Οι συναυλίες.

Οι καύλες.

Το χόρτο.

Ο έρωτας.

Η γαλήνη.

Ο κόσμος.

25 February, 2017

ΠΑΡΑΛΗΡΩΝΤΑΣ ΑΝΑΚΥΚΛΩΝΟΜΑΙ, 20.

Πάλι, διακρίνω κύκλους, πάλι επαναλαμβάνομαι, έτσι λειτουργεί το μυαλό μου. Όλα, ένας κύκλος. Θα σε ονοματίσω. Θα γίνεις η καπετάνισσα, η γουρουνίτσα, η ξένη, η Κύπρια, η Ισπανίδα, η μικρή Ούγγρα, η Εβραία, η Κίρκη, το κοκάκι, η Γερμανίδα, η μιγάδα, η dj, η Αμερικάνα, το σκιουράκι, το αγοράκι, η χαζή, η τρελή, η «ω, ναι», η Χασίκλω, η πλούσια, η φοιτήτρια, η νύμφο, η αλαφροίσκιωτη, η χιπστερού, η ανασφαλής, η αναρχική, η βρώμικη, η αξύριστη, η Μάγισσα, η συμφοιτήτρια, ή ή ή... Κάθε μία θα ξέρει το όνομά της και θα μου βγάλει το δικό μου, αλλά δεν έχουν τόση φαντασία. Τρελός, γαμιάς, πουτσαράς, ανώμαλος, έκφυλος, σατανάς, διάβολος, σάτυρος. Αυτά ακούω κι απαντώ, όταν δε λέω πως είμαι gay, ότι: «Είμαι ο Πάνας, βρε κορίτσια, κοιτάξτε την ουρίτσα μου» και γελάμε όλοι μαζί...
Αυτό θα συνεχιστεί. Θα σου μιλάω, θα σου λέω ανάλογα την ηλικία σου: «Α, όλα κι όλα, η μαμά μου είναι καλύτερη. Θα πάω στη μαμά μου». Τέτοια κι άλλα πολλά έλεγα, συνέχεια, στη 40άρα. Έτσι, θα ενισχύω την περιέργειά σου με λόγια και κινήσεις, αστείες ή μη. Ανάμεσα στα γαμήσια μας, θα βλέπεις πως το χιούμορ μου είναι διαφορετικό. Είναι έκφυλο, αλλά γελάς. Γελάς όταν σου τραγουδώ με κοριτσίστικη φωνή. Όταν κυκλοφορώ έχοντας κάνει το μποξεράκι μου στρινγκ. Όταν χορεύω γυναικεία ή αλλοπρόσαλα με το πουλί μου να πηγαίνει πέρα δώθε. Όταν δεν περίμενες πως ο ντροπαλός άνθρωπος που είχες συναντήσει, είναι τελικά το τελείως αντίθετο. Πάντα θα σκέφτομαι όταν μπαίνω πρώτη φορά μέσα σου να πω κάτι πολύ ακραίο, να βγάλω περίεργους ήχους. Μόνο για να δω πως θα αντιδράσεις. Να συνεχίσω να σε παίρνω κανονικά, όπως πρέπει, αλλά να κάνω το παραπάνω. Δεν το πράττω ποτέ όμως και στο λέω έπειτα. Είτε είμαι μαζί σου, είτε είμαι σε συνθήκες παρέας με άλλους, θα σκέφτομαι ζαβολιές που δε θα πραγματοποιήσω ποτέ, μη με φοβάσαι. Να πεταχτώ και να γκαρίξω δυνατά: «Κορίτσια, ας γαμηθούμε». Να φωνάξω σαν δαιμονισμένος όταν μπαίνω σε εκκλησίες, όταν είμαι στο λεωφορείο να βγάλω τα ρούχα μου ή να αρχίσω να βογγάω ξαφνικά. Να διακωμωδώ και να εκφυλίζω στο κεφάλι μου καταστάσεις. Παντού να βλέπω παρτούζες και σεξ ή χιούμορ που θα κάνει τον άλλο να σκαλώσει.
Όταν νιώσω άνετα, θα τεστάρω αν πιάνεις το μήκος κύματός μου. Θα το κάνω αν είσαι κοπέλα κι έχουμε χημεία. Σπανίως αν είσαι κάποιος καινούριος άνθρωπος που φαίνεται να έχει κάποιο ενδιαφέρον. Δε θα περιμένω να με γνωρίσεις πρώτα, γιατί έχω διαίσθηση και συνήθως κρίνω σωστά το πού με παίρνει. Θα δω αν καταλαβαίνεις το χιούμορ μου. Θα κρίνω αν μπορούμε να αράζουμε μαζί, άνετα κι ωραία. Θα το κάνω λέγοντας κάτι πολύ ακραίο ενώ δεν το περιμένεις. Π.χ. όταν μου έδωσαν κάποτε εκείνο το ροζ λουκουμάκι που η γεύση του ξυπνάει μνήμες παιδικές, απάντησα ως εξής: «Ναι, θυμάμαι το χωριό, τότε που τσιμπούκωνα τον θείο μου πίσω από τον φράχτη και με φίλευε λουκουμάκια... Αχ, αναμνήσεις...» Το είπα στην γνωστή της αγαπημένης μου τρελής. Την πρώτη φορά που με κάλεσε στο σπίτι της. Κι αυτή γέλασε. Και καήκαμε για λίγο καιρό μαζί, κάναμε έρωτα για μερικούς μήνες. Για όσο ήταν αληθινό, είχε φανταστικές στιγμές. Ενίοτε μου λείπουν.
Εκτιμώ άτομα με αλλόκοτο χιούμορ, άτομα που δε θα σκαλώσουν με τέτοια. Θα γελάσουν ή θα συμπληρώσουν κάτι ανάλογο. Δένομαι μαζί τους. Αλλιώς, όπου πρέπει ή όπου ασφικτυώ, είμαι μαζεμένος κι όλα επιτελούνται στο κεφάλι μου και μόνο. Μια απλή σκέψη κι έπειτα χιλιάδες παραλλαγές της σε κλάσματα δευτερολέπτου στο μυαλό μου. Να αρχίσω να φωνάζω μέσα σε πολυσύχναστα μαγαζιά, στη σχολή ή όπου, τα δικά μου, τα ακραία ή μη αστεία μου. Να ζωντανέψω τους ρόλους που σου έκανα στο δωμάτιο όταν ήμασταν μόνοι, όταν γαμιόμασταν ή όταν είμαστε φίλοι ή αδέλφια. Να κάνω βλακείες μπροστά σε αγνώστους. Όμως πάντα το μαζεύω και δεν περνώ στην πράξη. Καταλαβαίνω πως μπορώ να είμαι λογικός κι απλά χρησιμοποιω τη φαντασία μου, σε τέτοιες περιπτώσεις, για να μην πλήττω. Εκεί που έχω χώρο, εκεί που με παίρνει, είμαι ο εαυτός μου. Το φανταχτερό αγόρι. Είμαι ανήσυχος και παιχνιδιάρης.
Όταν με πληγώνεις, όταν νιώθω πως αδικούμαι, πάντα σκέφτομαι να σε εκδικηθώ, αλλά δεν το κάνω ποτέ. Δε χρειάζεται, έχω ωριμάσει. Συνήθως όλοι θα τη βρούμε τελικά και δεν χρειάζεται να κουραστώ παραπάνω. Η ζωή θα μας το γυρίσει κι όλο αυτό το σκηνικό με τρομάζει καμιά φορά. Το βλέπω που συμβαίνει. Το βιώνω ο ίδιος, αυτό που κάποιοι αποκαλούν κάρμα. «Τα λάθη που διαπράξαμε θα γίνουν εμμονές. Εμπόδια στο τώρα μας και θάλασσες βαθιές.» Κι οι εμμονές αυτές ή το είναι μου ή ό,τι με χαλαρώνει τελικά με κάνουν να γυρνάω σε αέναους κύκλους. Να γυρναώ σε εσένα, κομμάτι της ζωής μου. Τη γυναίκα.
Η κόρη του πολιτικού. Ειδικά με αυτή, ένιωθα ο εαυτός μου. Το ένιωθα και το έχω νιώσει με πολλές, αλλά εκεί παραήμουν ο εαυτός μου κι όσο αντιφατικό κι αν ακούγεται πολλές φορές ήμουν κάτι ξένο σε εμένα. Κάτι άσχημο. Με συγχωρούσε πάντα ό,τι και να έκανα. Με δεχόταν πίσω κι ας ήθελε να μου κρατήσει κακία. Μας έδενε το σεξ, το χόρτο και το άραγμα, τα αστεία μου. Οι συζητήσεις μας, όταν λάμβαναν χώρα. Μέχρι που όλη αυτή η πάλη μας διέλυσε. Το μυαλό μου συγκρούστηκε με το δικό της, γιατί φοβόμουν. Φοβόμουν να παραδεχτώ πως μαζί της θα ήμουν καλά. Της φερόμουν άσχημα ώστε να σταματήσει να νιώθει για εμένα. Την έκανα να νιώθει λίγη. Με λυπάμαι, δεν κατάφερα να με νικήσω. Της έβγαλα την άσχημη πλευρά της. Άφησα, πρώτη φορά, την αμυντική μου πλευρά να γίνει επιθετική. Την χτύπησα, την έδιωξα για πάντα. Έγινα κάτι που δεν είμαι. Κάνω κύκλους όταν αναφέρομαι σε αυτή, όπως στη ζωή, στο κείμενο, παντού. Νιώθω πως την αδίκησα όσο και να ήθελε να με προκαλέσει, όσο και να με τρέλανε. Νιώθω άσχημα, νιώθω τύψεις.
Αλλά τότε περνούσα κυρίως καλά κι ας πιεζόμουν σε περιπτώσεις. Έπαιρνα το αυτοκίνητο, πήγαινα να τη βρω κατά τις δύο, τρεις τη νύχτα και καύλωνα στη διαδρομή. Όλο και πιο πολύ όσο πλησίαζα. Αυτό το γνώριμο διαβόλι, μου χτυπούσε την πόρτα. Ένιωθα αυτό το τσίμπημα. Ανυπομονούσα να γαμηθούμε, όσο και να το αρνιόμουν ή να το περιόριζα στο μυαλό μου. Γιατί περνούσα καλά. Καύλωνα και ένιωθα την αδρεναλίνη να με γεμίζει. Ένιωθα άνετα να παίζω τους ηλίθιους ρόλους μου. Προσποιούμουν, υπερβολικά επιτηδευμένα, τον κάγγουρα και γελούσαμε ή της έσπαγα τα νεύρα αρκετές φορές. Έμπαινα σπίτι της φουριόζος και με κοιτούσε τσατισμένη, πάντα κάτι θα της είχα κάνει. «Ήρθε ο φαντομάς της νύχτας, ο αγαπημένος σου εραστής, δεν ξεφεύγεις ποτέ από τον πούτσο μου» κι άλλα τέτοια ήταν το δικό μου «καλησπέρα». Κι όταν τελικά έμπαινα μέσα της, σκληρά, όπως της αρέσε, αντιλαμβανόμουν ότι ένα μικρό πλασματάκι, ένα άτομο που νιώθω πραγματική μου φίλη, μπορεί να κρύβει τόση διαστροφή. Διαφορετική από τις άλλες κι έχω συναντησεί πολλές διαστροφές διαφορετικού τύπου.
Τη διέκρινα στις αντιδράσεις της όταν τη δίπλωνα, όταν τη ρήμαζα, λέξη που η ίδια είχε χρησιμοποιήσει. Το διασκέδαζα μιλώντας της συχνά με μάγκικη, ψεύτικη, καγγούρικη φωνή. Στα ενδιάμεσα αράγματα ή ενώ διαλυόμασταν, ενώ γίνομασταν ζώα, μπροστά στον καθρέφτη της ή στον δικό μου. «Το κομπρεσέρ από την Πετρούπολη, το πολυεργαλείο, ο μετροπόντικας γραμμή Πετρούπολη - Αθήνα, ο εραστής των δυτικών προαστίων, ο διαστρικός γαμιάς, ο άρχοντας, ο στρατηλάτης, ο Αττίλας, το ακούραστο αγόρι, ο γαμιάς από τα δυτικά, ο αναβάτης, ο γητευτής» επαναλάμβανα και την άλωνα. Κι αυτή γελούσε, χανόταν και βογγούσε από ηδονή. «Όταν γαμάει ο Λάμπρος, εσύ θα προσκυνάς.» Την έβλεπα να νευριάζει επειδή της έσπαγα τα νεύρα. Όμως: «Μου αρέσει να με γαμάς, τι να κάνω;» παραδεχόταν. Μπορεί σε αυτό να πατούσα, πως μας έδενε το σεξ επειδή ήταν ελεύθερο κι ας μην έχυνε τις περισσότερες φορές. Την έβλεπα να απολαμβάνει την ολότητα των γαμησιών μας και για πρώτη φορά δε με απασχολούσε μόνο η ικανοποίηση του άλλου. Δε με απασχολούσε γιατί έβλεπα μπροστά μου την ηδονή της. Απτά. Απλόχερα. Συνεχόμενη. Για ώρες. «Έβαλα γκολ, μαμά» ή κάτι ανάλογο, μουρμουρίζα όταν τελείωνα. Το άκουγε, πάντα, την ώρα που έχυνα. Χόρτο, μουσική, πάλι από την αρχή. Μαστουρωμένα συμπλέαμε.
Ένα από τα αμέτρητα βράδια μας. «Είμαι διεστραμμένος μωρή καριόλα.» Με έμφαση στο Λάμδα και προσποιητή, χωριάτικη προφορά. Την έκανα να γελάσει πάλι. «Αδυνάτησες;» λέω, ενώ παρατηρώ τα πιο ωραία στήθη που έχω δει. «Να τσακωνόμαστε πιο συχνά, άμα είναι να χάνεις κιλά.» «Να βάλω κάτι να ακούσουμε;» ρωτάει. «Το πουλί μου στο στόμα σου, θα την ακούσεις» αποκρίνομαι με το γνώριμο πλέον, ψεύτικο ύφος κάγγουρα. Επειδή έβλεπα πως πάντα τσιμπούσε και νευριάζε με αυτό, διασκέδαζα να της λέω ονόματα από πρώην μου. Το όνομα της Μάγισσας κυρίως, σε υποκοριστικό, μαζί με άλλα προσβλητικά πράγματα. Ήμουν ηλίθιος, δεν μπορούσα να βάλω τον εαυτό μου στη θέση της. Με τρόμαζε το γεγονός πως με είχε ερωτευτεί. Διασκέδαζα να κάνω τον Ιωάννη Μελισσανίδη που ανέφερα πριν, διασκέδαζα να την πειράζω, να αφήνω την χρησιμοποιημένη καπότα πάνω της, γιατί το σιχαινόταν. Μια φορά μου είχε πέσει στα μάτια της κι είχε τρελαθεί.
Είναι τι σου βγάζει ο κάθε ένας, όλα αυτά τα έκανα κωμικά, μόνο μαζί της. Με κάθε άνθρωπο είναι διαφορετικά, τουλάχιστον για εμένα. Μπορεί να έχεις γνωρίσει κάποιον τελείως άλλο, αλλά πάντα θα είναι Λάμπρος, πάντα θα είναι μια πτυχή μου, δεν είμαι ηθοποιός. Έχω, πολλές φορές, αναρωτηθεί πώς θα ήταν μια συζήτηση, με θέμα εμένα, ανάμεσα σε φιλενάδες μου που μού έβγαλαν τελείως διαφορετικές πτυχές μεταξύ τους. Έρωτα η μία, βία η άλλη, για παράδειγμα. Δεν έχω κολλήσει ποτέ κακάδια από τη μύτη μου πάνω σε κάποια, δεν έχω κόψει κωλότριχες με το ψαλιδάκι της και να την απειλώ πως θα τις αφήσω πάνω της, ενώ γελάει νευρικά. Πρώτη φορά όλα αυτά. Είμαι πολύ καθαρό αγόρι, ψυχαναγκαστικός γαρ. Μόνο με αυτήν τα έκανα, την κόρη του πολιτικού. Ύπνος 40άλεπτος, πρέπει να φύγω κι είμαι άυπνος δύο ημέρες. Ξυπνάω πάντα καυλωμένος, όσο λίγο και να έχω κοιμηθεί πριν. Την παίρνω ενώ κοιμάται. «Το ξυπνητήρι σου» ανακοινώνω και βυθίζομαι μέσα της. Γρήγορο ντουζάκι κι επιστροφή στο σπίτι. Το «πεϊνιρλί της νίκης», το φαγητό μου. Απαραίτητο βραβείο μετά από ένα επικό βράδυ. Κάθε φορά που επιστρέφω σπίτι. Άυπνος. Άυπνος και ζωντανός, πόσες φορές... Πόσα βράδια της ζωής μου δεν έχω κοιμηθεί; Πόσες φορές έχω ακούσει τα σκουπιδιάρικα να βγαίνουν στον δρόμο; Πόσες φορές έχω δει τον ήλιο να ανατέλλει;
Θυμάμαι την Κύπρια και το 40ήμερό μας. Ακραία περίοδος. Δύο ώρες ύπνος την ημέρα μόνο, κάθε ημέρα σχεδόν. Σε υπερένταση και πρόσκαιρη ευτυχία. Ο χρόνος να γεμίζει με έρωτα, σεξ και χόρτο. Τη θυμάμαι να τρέμει όταν έχυνε, να μουρμουρίζει ακατάληπτα με μάτια κλειστά. Το μικροσκοπικό της σώμα να σπαρταράει σαν να ψυχορραγεί κι εγώ να την παρατηρώ χαρούμενος και γεμάτος. Όριακά, ευτυχισμένα. Να απορούμε πώς αντέχουμε χωρίς φαγητό και ύπνο... Με άπειρο χόρτο. Είναι το πόσο καλά περνάς και τι σου μένει αφού φύγεις. Πόσο άνετα νιώθεις και πόσο μπορείς να ξεγελάς ή να διακωμωδείς τις μοναξιές και τις ανασφάλειες δύο πλασμάτων. Τις ανασφάλειές μας. Κι εδώ αντιλαμβάνομαι το πόσο άνετα ένιωθα με την κόρη του πολιτικού, αλλά τα σκάτωσα. Δε θα διορθωθεί ποτέ η κατάσταση.

24 February, 2017

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.

Νιώθω πως κουβαλώ βόλους στις τσέπες μου. Βαραίνω. Τους νιώθω να έχουν ψυχή, να ουρλιάζουν. Νιώθω πόνο και βαρεμάρα, πλήξη σε ό,τι και να κάνω. Την ηρεμία μου να ονομάζω χημεία. Αν είναι αυτή η μοναδική λύση... Την ενέργεια, τον χρόνο να περνάει και να μη με νοιάζει. 30 χρόνια το πολύ, ακόμα. Κι ας είμαι άνετος. Κι ας είμαι βολεμένος. Στο πιο βαθύ σκοτάδι μου θα χώνομαι. Εκεί κουρνιάζω. Στο σύνηθες, το γνώριμο, το οικείο. Η εικόνα. Δε με νοιάζει και παράλληλα με νοιάζει τόσο πολύ. Κι απορώ με τους γύρω μου. Γιατί να μην είμαι χαλαρός; Σπονδές στο δραματικό. Συναισθηματικά, άθλια, δίνομαι σε λάθη. Το χρέος στον πόνο, αυτό με έμαθες, μητέρα. Να φοβάμαι. Κι όταν το νικάω, πετάω, κάνω θαύματα, μου βάζω τα γυαλιά. Αλλά πάλι θα είμαι κενός. Μετά από λίγο θα είμαι κενός. Γεμάτος εικόνες, εμπειρίες. Αναστάσιμες ή μη. Διάτρητος, νιώθω τον βρώμικο αέρα να με περικυκλώνει. Με διαπερνά κι αδειάζω. Μέσα στον βυθό, σε τάφρο, στην άβυσσο κλειδωμένος.

Και νιώθω διαρκώς την εσωτερική τη μοναξιά. Αυτήν την πουτάνα που μας γαμάει όλους, μας τρώει. Όσους σκέφτονται κι αναλύουν. Όσους σε σκοτεινά δωμάτια γράφουν πόνους, ανέκδοτους, χαμένους στον χρόνο. Απλώνω το χέρι μου, σε αγγίζω, εσένα αδελφέ μου που δακρύζεις, που γράφεις, που πονάς κι ας μη σε έχω δει ποτέ ή με ξέρεις καλύτερα κι από τον εαυτό μου. Σε όσους ξέρουν τη λύση αλλά δεν κάνουν το βήμα. Σε όσους πίσω από το βήμα βλέπουν μάταιο και το αφήνουν να τους φάει. Σε όσους ερωτοτροπούν με τη μαυρίλα γιατί έτσι έχουν μάθει. Κι ας είναι μπροστά μας η λύση. Σε όσους δεν μπορούν να τα έχουν όλα σε ισορροπία, πάντα κάτι θα χωλαίνει.

Μπορεί να με πεις ηττοπαθή, μπορεί να με πεις δραματικό ή ό,τι είμαι τελικά. Θα γελάω ή θα απορώ με τον κόσμο που δε με ξέρει. Θα γράφω για όσους κρίνουν χωρίς να κατέχουν, για όσους νιώθουν στο σκοτάδι τους, για όσους μιλάνε και σφάζουν πισώπλατα, αλλά κανείς καριόλης δεν έχει έρθει στη μούρη να τα πει. Για όποιους βλέπουν πίσω από το τζάμι, όσους το πάνε βαθιά. Θα γράφω για εμένα, χωρίς λόγο, σαν επίμονος εμμονικός. Γιατί ξεκινάει από μέσα μας κι όσο πιο πολύ βάθος, όσο πιο πολύ ακατέργαστο, πληγωμένο, ανώριμο ή ανήμερο κι αν είναι, είναι εκεί. Ξυπνάει ή κοιμάται, αλλά αναπνέει. Αναπνέει και με έχει κουράσει.