16 August, 2017

ΜΑΣΤΟΥΡΩΜΕΝΗ ΣΠΟΝΔΗ.

Σε σκοτεινά δωμάτια που κλάψαμε.

Σε ανθρώπους που διώξαμε.


Στις σκέψεις που μας βασανίζουν και δε νιώθεις.

Στις αβύσσους του μυαλού.

Στις πρωινές καύλες.

Στις πρωινές αυτοκτονικές ιδέες.


Σε φωτεινά σπίτια που συγκατοικήσαμε.

Σε ανθρώπους που αγαπήσαμε.


Στις ενοχές που χτίσαμε.

Στα λάθη που επαναλάβαμε.

Στα δράματα που δημιουργήσαμε.

Στις φιλίες που ανασκολοπήσαμε.


Σε πελιδνά πρωινά που αντικρύσαμε.

Σε ατελείωτα βράδια που καταστραφήκαμε.


Στους ανθρώπους που συγχωρήσαμε.

Στα αδέλφια που ακουμπήσαμε.

Στη ζωή που δεν αξίζουμε.

Σε ό,τι καταστρέφουμε, όταν το αγγίζουμε.

05 August, 2017

ΚΕΝΤΗΜΑ.

Παρέχω λέξεις στο χαρτί, προσφέροντάς μου προσωρινή ανακούφιση.

Σε δύσκολες ώρες, όταν εσύ κοιμάσαι.

Τις όμορφες ώρες, τις μοναχικές, τις σκοτεινές.

Τα ουρλιαχτά μου βιάζουν το πεντάγραμμο, μελωδική ακρότητα με τρέφει.

Πίσω τους κρύβουν ιστορίες της στιγμής ή βαθιά χαραγμένους πόνους.

Κι ας μη καταλαβαίνεις τι λέω, δες με να κλείνομαι αυτιστικά στο κουτί μου.

Μπορεί να με νιώσεις κι ας μην πιάνεις ούτε λέξη.

"Σε αγαπώ τόσο πολύ, που πονάει." Δε με έχει κοιτάξει κανείς τόσο βαθιά, τόσο αληθινά.

Κι αυτό το φοβάμαι. Να κρατάω το πρόσωπό σου και να λιώνεις.

Συνήθως σιχαίνομαι τους ανθρώπους, τη βλέψη παλιών "φίλων" που εσύ ονομάζεις αθώα.

Σιχαίνομαι τα ψεύτικα "αδελφέ μου, φίλε, κολλητέ και μαν".

Σιχαίνομαι τους δειλούς κι όσους σκάβουν λάκκους.

Σιχαίνομαι την αφέλεια, την ανάγκη για επιβεβαίωση.

Ό,τι είναι η πουτάνα η ανθρώπινη φύση.

Τη χημεία του εγκεφάλου μου, τις διαταραχές κι εμμονές μου.

Το ένστικτο, το γαμήσι που τόσο λατρεύω.

Τον χρόνο που ξοδεύω, τις καύλες που τιθασεύω.

Τη φύση μου τη βρώμικη, τα λάθη και τις πίκρες.

Το να υπονομεύω ό,τι με κάνει για λίγο χαρούμενο ή για πολύ, δεν έχει σημασία.

Σε γνώριμα μοτίβα μιζέριας πλέουμε.

Εμείς, οι "καλλιτέχνες", μη χέσω.

Σιχαίνομαι τους δήθεν, τους ψεύτικους κι υπάρχουν πολλοί.

Ό,τι είναι ανειλικρινές και φτιαχτό, ό,τι μπορώ να θρυμματίσω με ανάλυση.

Ό,τι είναι δειλό απέναντί μου, αλλά κι εγώ είμαι δειλός απέναντι στην ηρεμία.

Το χάος στο κεφάλι μου θα στήνει γαϊτανάκι από συρματόπλεγμα.

Σε κάθε περίπτωση, πλην της μουσικής και της φιλίας.

02 August, 2017

ΠΕΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΣΚΟΤΟΣ.

Η δυσθυμική αγχόνη είναι ένας βραχνάς.

Σφίγγει την ύπαρξη, απομυζώντας τη λίγο λίγο, καθημερινά.

Σε σκοτείνα δωμάτια, ευαίσθητοι τρελοί σκοτώνουν το εγώ τους.

Προφητεύοντας σκοτεινές καταστάσεις ή αναπαράγοντάς τες.

Τα οικεία αγκίστρια σκίζουν το δέρμα, ζωγραφίζουν σημάδια.

Σκουριασμένα βαρίδια μας τραβάνε στον πυθμένα, εκεί στην άβυσσο.

Η νόηση γίνεται νοητική υστέρηση.

Νιώθεις να μη σε νιώθουν.

Νιώθεις μόνος σου.

Σε μια μεγάλη αίθουσα, όπου κανείς δεν μπορεί να δει πίσω από την εικόνα.

Κανείς δεν μπορεί να νιώσει την ευαισθησία σου.

Σε αποκαλούν τρελό, περίεργο.

Κανείς δεν μπορεί να νιώσει τη μοναξιά σου.

Την ψυχική μοναξιά, αυτή που σε θολώνει.

Την αγνή μοναξιά, αυτή που σε σταυρώνει.

Την οικεία μοναξιά, αυτή που προσκαλείς και σε σκοτώνει.

28 July, 2017

ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΟ ΚΑΨΙΜΟ, ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΓΡΑΦΗ.

Η ζωή είναι κύκλοι.

Είναι πίστες σε video-game.

Είναι ωρίμανση και θάνατοι.

Είναι λάθη και δοκιμές.

Είναι ύπνοι ατελείωτοι.

Είναι ξυπνήματα και τάσεις αυτοκτονίας.

Είναι παροδικές χαρές.

Είναι στάσεις, είναι διαδρομές.

Είναι σχέσεις, είναι στιγμές.

Είναι φιλίες, είναι βαθίες.

Στο πέρας του χρόνου τι έχει να μείνει;

Αυτά που φεύγουν κι έχω καταστρέψει.

Όσα δε γράφω από ντροπή.

Τα παρελθοντικά λάθη κι οι επιστροφές.


Τις σκοτεινές τέχνες υπηρετούμε σιωπηλά.

Χτυπώντας λίγο λίγο τη φορά.

Διαλύουμε ανθρώπους, τους απομυζούμε.

Στο πέρας του χρόνου, παύουν να ζούνε.

Μα δίνες κρατάει το σάπιο μυαλό.


Και μπαίνω μέσα τους, είτε τις δημιουργώ.

Τη γνώριμη μιζέρια προσκαλώ και προκαλώ.


Δε γράφω γιατί ντρέπομαι και νόημα δε βρίσκω.

Να με διαβάσεις για να νιώσεις;

Να με συγχωρέσεις;

Να με καταλάβουν;

Έχει καταντήσει βαρετό.

Ίδια τα λόγια, τα πρόσωπα που καίω σιγοψήνουν το μυαλό.


Σε κύκλους να περιφέρομαι.

Αν με δω από έξω, είναι να γελάς.

Μέσα στην τύχη χάνομαι, σ' εδάφη ευτυχίας.

Στις τέχνες, στη ζωή, στις σχέσεις, στις φιλίες.

Σε όλα μέσα τους βουτώ, εάν το επιλέξω.

Και σε παρασύρω.

Αλλά δεν εκτιμώ.

Το κάθε πράγμα γίνεται βαθύ, συγκριτικό.


Σενάρια και σκέψεις το μέσα μου βιάζουν.

Ψυχαναγκαστικά καρφώνουν ερινύες, εικόνες.

Μαύρα πέπλα που τελικά εγώ στρώνω.


Ποιο το νόημα να κλαίγεσαι;

Όταν ο ίδιος προκαλείς το δράμα;


Οικείο γαμήδι, οικείο.

Όσα έχεις πει, τα έχεις ξαναπεί.


Το τώρα φαντάζει ψεύτικο, αστείο, μη αποδεκτό.

Και τελικά καταλήγω πως πάντα ζω σε ένα αόριστα ορισμένο στο κεφάλι μου παρελθόν.

Συνήθως κάποιου άλλου... Ή και δικό μου.

Ή σε ένα σεναριακά καταστροφικό μέλλον.


Μόνο με τη μουσική δε νιώθω ανασφάλεια...

Μόνο εμένα φοβάμαι...

23 April, 2017

LYRICS FOR THE DISBANDED PROJECT, "DULL".

SECLUSION

In many occasions in my life
In silent nights full of light
I was the devil and the god
You faced me innocent and pure

Look at yourself
Close your eyes
Damn you

Silent nights
Filling my mind
Hate you

Obsessive lists are filling up
The names change as days pass
I am the fear in your eyes
I am the one that heard you cry
I am compulsive, I am pure
I fear life, I hate me

Burn

Rotten inside
Tripping myself
Fool me
Withdrawn from life
Stuck in a room
Kill me


COMPULSION

Compulsive I am
Chained on a floor

I
Feel alone
Trapped
In myself
Wrong actions
Rain over me
Reactions
Amputate my will

Your concept of life
Deceives what you are
Chained

You
Your eyes are blind
Horror
Lies in your heart
Clouded fears
Cut your weakened knees
Purple fires
Keep you in your hell

Your concept of life

In the end I’ll be alive
In the end I’ll freeze

I walk away free
Another circle it is
I leave, there is no trace
I’m just a memory

Carving
Sticking in your head
Sadism

Your concept of life
Misfortune, a lie


DECAY

Stay inside
Kill the light

My prison, my kingdom
A wall made of shattered glass

I can’t find meaning and I suffocate
There is nothing I believe
I pray there is no bullshit after life
How I crave for this
To end

My thinking, my sickness
A scaffold is calling for my name

The sound I hear is pretty deafening
There’s no silence or breaks
Suffocate myself as I pluck my eyes
Reject my own freedom
Decay

I can’t help but analyze

Bury my fears
Bury my life
Gut me

Stay inside
Taste my pain
Exhale

I find no point
Nothing to hang on


HESYCHASM

A creation of pure lies
Infiltrates my route again
Shuts my brain
Kills my heart
Raping
Stealing
Taking
Raping again

Raping again

Taking my time

Cutting my head
Lying
Smiling
Sinking
It’s all the same

Every time
I’ve been here
I know you
Feeling
Fighting
Striving
Was here before

Take me inside
I hate my own life

See me in pain
Bathe me in lies

I seem plain
I seem pure
I want to stay away

Broken hearts
Rotten smiles
Wishing
Thinking
Coping
I’m used to pain

Rape forever
The essence of life

I tend to hurt my own mind

Snakes eating tales
It’s all the same

So, stay inside

Please, stay inside

You are destroying the essence of life
You are the one who decides

Raping my body
Polluting my mind
Feed my fears
Prove that I am right

You are the one who divides

You are a witch with glass eyes
You only took something of mine
Deflower the purest essence of life
No logic in your crazy mind


ENTROPIA

Three decades of life
Are devouring my mind
Struggling my essence
Feeding on lies

Thirty pointless years
Of misery
Full of experience
Empty of dreams

You
Burn away
Let me be me

Entropic fights
Happen in my head
Hyper analyzing
What’s the point in this?

I see lies
Everywhere I look
Irrational thinking
I am begging for truth

Shut my mind of functioning
Gouge my eyeballs out
Take my heart and shallow it
I ’m sick

Sick of people
Sick of life
Burning inside me
Always hard to accept the fact

Burn away

Sucking my life-force

Keep away

Eating my entrails

Lies fill my world
Empty hearts and smiles
Thinking‘s all I got
Going
In known circles
Keeping my consciousness
Clean

01 April, 2017

ΠΑΡΑΛΗΡΩΝΤΑΣ ΑΝΑΚΥΚΛΩΝΟΜΑΙ, 25.

Το μεγαλύτερό μου θέμα, αυτό πιθανόν που δεν αφορά κανέναν, αυτό της ερωτικής αγάπης, θέλει τον μεγαλύτερο συμβιβασμό. Γιατί στο τέλος φεύγει και δε μένει τίποτα, μένουν ονόματα κι εμπειρίες που χάνονται στον χρόνο. Λόγια αγάπης που είχαν ειπωθεί, βαριά και βαθιά. Της στιγμής ή μάλλον αυτό βλέπω. Πως όλα τα ξεχνάς κι ίσως μόνος μου τα καρφώνω στο κεφάλι μου. Σαν εικόνες, μυρωδιές και συναισθήματα. Τα καρφώνω αυτιστικά. Είμαστε περαστικοί στις ζωές άλλων. Μπορεί να μένει μια θύμηση γλυκιά όταν εμείς απορρίψαμε ή μια πίκρα όταν μας απορρίπτουν, γιατί είμαστε εγωιστικά πλάσματα και καμιά φορά μόνο ένα τσουβάλι σκατό, έντερα κι αίμα. Όλα τα θυμάμαι, αλλά πρέπει να συμβιβαστώ. Και δεν μπορώ. Ίσως να πρέπει να μένω στο ειλικρινές, στο: «Σε θέλω, θα σου μείνω αξέχαστος» που λειτουργεί κι είναι βαθύ. Τελικά μου έχει αποφέρει, μέσα από αμέτρητες ιστορίες κι ίντριγκες, κάποιες από τις καλύτερες μου φίλες. Χωρίς το σεξ πλέον, ισότιμοι φίλοι. Καλά, άντε, καμιά φορά πηδιόμαστε να θυμηθούμε τα παλιά, αλλά τι να κάνω, είμαι ο Λάμπρος σου... Που ζω τα πάντα έντονα, μαζί σου. Όταν είμαστε ελεύθεροι. Όταν δε χρειάζεται να αποδείξουμε ο ένας στον άλλο τίποτα. Δε χρειάζεται ο «έρωτας». Μπορεί τελικά αυτό να είναι, το ελεύθερο, το χαλαρό. Αυτό να ονομάζεται «έρωτας» κι όχι ό,τι κυνηγώ και πεθαίνει κάθε φορά. Όχι το να κρύβεσαι κι απλώς να παρασιτείς δίπλα σε κάποιον. Δε θα το άντεχα, δε θα το έκανα ποτέ. Αλλά, εδώ μού λέω ψέματα, γιατί λατρεύω και τα δύο όταν είναι ορισμένα και ξεκάθαρα. Απλό σεξ ή αγάπη. Να χώνομαι μέσα τους, να απορροφιέμαι, χωρίς να φτάσω να παρασιτώ. Όχι αυτό. Είναι βαρύ. Είναι ψεύτικο.
Αναρωτιέμαι, πού είμαι ο εαυτός μου πιο πολύ; Πού δε χρειάζεται να κρύβομαι ή να αντιλαμβάνομαι ότι εσύ το κάνεις; Πού αράζω χαλαρός και γελώ; Πού δεν αγχώνομαι; Πού με έχεις δει να χύνω, σαν αγρίμι; Να βγαίνει ο σατανάς από μέσα μου, να ξεφυσάω, όταν αφήνομαι, όταν τελειώνω. Όταν με κοιτάς αποκαμωμένη, άδεια πλέον από οργασμούς. Να χτυπάω τη γροθιά μου στο στρώμα, το σώμα μου να σφίγγει, οι φλέβες να πετάγονται; Κατά κύριο λόγο το έχεις δει όταν ήσουν απλή φίλη μου. Όταν δεν υπήρχε αυτή η χημεία του έρωτα, αυτό το κάψιμο. Αυτά τα ναρκωτικά στον εγκέφαλο, που με κάνουν να θέλω να χαθώ μέσα σου. Όταν ξαπλώνω πάνω σου και κουνιόμαστε μαζί. Χορεύουμε, μεθάμε, γινόμαστε ένα και χάνεται ο χρόνος και γαμώ το, είναι τέλειο κι αυτό, αλλά πολλές φορές είναι ψεύτικο, παροδικό.
Μόνο όταν υπάρχει απλό ένστικτο, όταν αλλάζουμε στάσεις, περίεργες, μοναδικές, όταν βρίσκω τα κουμπιά σου, όταν γαμιόμαστε και φτάνουμε μαζί στη θέωση, εκεί είναι απογυμνωμένο. Κι είναι ειλικρινές, αφηνόμαστε, είμαστε χαλαροί. Ήμουν τυχερός και τα έχω ζήσει μαζί. Όλα. Τους συνδυασμούς αγάπης / ειλικρίνειας κι άνεσης / έρωτα σε επίπεδο σχέσης. Χωρίς να κρύβομαι, χωρίς να φοβάμαι. Μαγική συνύπαρξη κι ήταν τέλεια ολοκληρωμένο. Ήταν βαθιά αγάπη. Σπάνια... Για λίγο ή περισσότερο χρονικό διάστημα. Ό,τι κυνηγώ και θέλω να στεριώσει για πάντα. Αλλά... Είμαι άτυχος.
Λατρεύω να πηγαινοφέρνω το νεσεσεράκι μου, στις περιοδείες, στα ταξίδια μου κι οι φίλοι μου να με κράζουν. «Είμαι κυρία, καλιέ» τονίζω. Αυτό το νεσεσεράκι μου, το ροζ χρώματος, έχει δει τόσα. Έχει πάει σε τόσα σπίτια. Το έχεις δει αν με ξέρεις. Θα το έχεις συνδέσει μαζί μου. Με το σεξ μας, με την παρέα μου, με τις αγκαλιές μου και το πόσο σε φρόντιζα κάποτε. Έστω για ένα βράδυ ή όταν είχε εγκατασταθεί για λίγο καιρό, εκεί στην τουαλέτα σου και μέναμε μαζί. Κάπου στην Πετρούπολη, κάπου στη Βικτώρια, κάπου στη Νέα Σμύρνη, κάπου στα Πατήσια, κάπου στη Βουδαπέστη, κάπου στο Παγκράτι, κάπου στην Ομόνοια, κάπου στο Παλαιό Φάληρο, κάπου στα Εξάρχεια, κάπου, κάπου, κάπου... Καίγαμε τα βράδια μας, λιώναμε, συνδεόμασταν. Πολλές φορές αγαπιόμασταν.
Κι εγώ θα ψάχνω πού θα το αφήσω, πού θα στεριώσει. Αλλά δε θα συμβιβάζομαι όταν σε αγαπώ. Δε θα νικήσω εμένα, δε θα μου πω ψέματα. Γιατί στο τέλος μπορεί να φοβηθείς να είσαι ελεύθερη κι αληθινή, όποια κι αν είσαι. Και τελικά θα χαθούμε. Γιατί στο τέλος, αν με πληγώσεις, θα βαρεθώ και θα νιώσω μόνος. Γιατί έχω καλή πρόθεση. Θέλω μόνο αλήθεια κι ασφάλεια να καλύψει τη δική μου ανασφάλεια. Αλλά είσαι τυφλή, πολλές φορές, μπροστά στις ανασφάλειές σου. Γιατί θέλω και μπορώ να τις καλύψω και τελικά, εσύ, δεν το θέλησες ποτέ. Φοβάσαι να απελευθερωθείς από το είναι σου. Γιατί θα ήμασταν ευτυχισμένοι. Γιατί θα σε ψάχνω μέχρι να βρω πού υπάρχεις κι αν υπάρχεις. Αλλά θα φέρνω το νεσεσεράκι μου κι αν με κρατήσεις εκεί, θα το δεις συχνά. Αν είσαι συμπολεμίστρια ή φίλη, θα το δεις συχνά και δε χρειάζεται να πληγωθούμε. Για αυτό μην κρίνεις το νεσεσεράκι μου, το ροζ, που ταξιδεύει, ενώ θέλει να μείνει σταθερό. Πόσο πολύ το θέλει να ριζώσει... Κάποια στιγμή μπορεί να είχαμε συναντηθεί ή να συναντηθούμε. Και θα είμαστε ελεύθεροι κι αληθινοί. Θα είσαι κι εσύ. Θα είσαι η τελευταία μου κι εγώ το ίδιο για εσένα.
Ο τελευταίος σου.
Για πάντα.
Κάποια στιγμή.

ΤΕΛΟΣ.

25 March, 2017

ΠΑΡΑΛΗΡΩΝΤΑΣ ΑΝΑΚΥΚΛΩΝΟΜΑΙ, 24.

Θα γελάω κι ίσως γρήγορα γεμίσω, όπως γεμίζουν τα σκηνικά που βλέπω τώρα στα τετραδιάκια μου. Τα ταξίδια, τα μουσεία, οι εικόνες. Οι πυραμίδες 21 χρόνια πριν, σαν να τις βλέπω τώρα μπροστά μου. Φωτογραφική μνήμη. Η Γαλλία κι η Disney land, εκεί, λίγο πριν φύγεις πατέρα από το σπίτι, όταν γύρισες δύο ημέρες νωρίτερα στην Ελλάδα. Έκανες φάρσα στον πεθερό σου. Αν έχει οδοντιατρικό αρχείο για να αναγνωριστούν τα καμμένα πτώματα των παιδιών του, στο Παρίσι. Κάφρε. Είναι περίεργο πως ενώ μεγάλωσα κι έλειπες, έχουμε τόσα κοινά, τόσα αυτιστικά, τόσα αυτοκαταστροφικά στοιχεία και τόσο ίδιο χιούμορ. Σε θυμάμαι να μου διαβάζεις μετά τη δουλειά σου για ώρες, να μου ανοίγεις το μυαλό, να με πηγαίνεις σε κινηματογράφους και θέατρα κι όλοι οι άλλοι γονείς να μας ζηλεύουν. Κι αυτό, το πόσο καλός πατέρας ήσουν μέχρι να φύγεις, δε θα το ξεχάσω. Μετά τα γάμησες, κι εσύ για τις γυναίκες. Ίσως για αυτό κουβαλούσα τόσο πόνο, γιατί ξαφνικά μου την πήρες αυτήν την ευτυχία. Κάτι που έπειτα έκαναν η Μάγισσα, η Κύπρια στον βαθμό που το έκανε και τώρα η συμφοιτήτρια. Γιατί κάθε απόρριψη κι ευτυχώς οι βαριές ήταν πολύ λίγες, μου θυμίζουν εσένα και πρέπει να το δουλέψω, να το αποδεχτώ και να το θάψω. Είμαι σε καλό δρόμο. Βαρέθηκα να πονάω.
Θυμάμαι τριπαρίσματα, μανιτάρια, ψυχεδέλειες κι ενδοσκοπήσεις. Πρωινά στην Ουγγαρία κι επιστροφές στο σπίτι. Εμένα κολλημένο πάνω από τον πάγκο της κουζίνας, καμμένο. Να σκέφτομαι τι πρέπει να κάνω μετά και να σκαλώνω πάνω από μια φέτα ψωμί του τοστ για ώρα. Πόσες φορές να έχει γίνει κι αυτό, σε πόσες διαφορετικές κουζίνες, σε πόσες χώρες; Είμαι τυχερός που δε με έχει χαζέψει η φούντα. Κανονικά δε θα έπρεπε να μπορώ να αρθρώσω κουβέντα με τόσα λειβάδια που έχω ρουφήξει. 
Κρατάω φανταστικές γνωριμίες που έγιναν βαθιές φιλίες. Εσένα αδελφέ μου στη Γερμανία, γεμάτε τατουάζ, ανώμαλε σάτυρε. Ίδιε, οριακέ, να μας φέρνει κοντά ο πόνος από έναν χωρισμό. Πάντα να με ηρεμείς όταν μιλάμε, ίσως για αυτό το αποφεύγω καμιά φορά. Εσένα μουσικέ, υπηρέτη του σκοτεινού, να μου εκφράζεις την εκτίμησή σου για τη μουσική μου κι όταν αντιλαμβάνομαι ποιος είσαι, να κάνω σαν παιδί. Να σου τονίζω πως ακούω τα δικά σου σαν τρελός στη Βουδαπέστη, συντροφεύεις τη μοναξιά μου κι έχεις γράψει μέσα μου. Εσένα συμμαθητή μου, εγγονέ του Δημάρχου, ήρεμη δύναμη. Άνθρωπε που δε χρειάζεται να βρω κάτι να σου πω. Κι εσένα που μου κρατούσες παρέα, όσο κλειστός κι αν είσαι, εσένα με το ψεύτικο όνομα που σε εμένα βγάζεις το αληθινό κι ακούς τα κρίματά μου. Αδελφέ μου παντοντινέ, Γιώργο. Κι άλλους, κι άλλα αδέλφια και για λίγο δε νιώθω μόνος γιατί είμαι τυχερός. Μου το είπε ο Ντίνος, ο δάσκαλός μου, ο κολλητός μου, πως άλλοι δεν έχουν κάνει ή δε θα κάνουν ποτέ, τόσες και τόσο βαθιές, φιλικές σχέσεις. Ένιωσα για άλλη μια φορά το πόσο τυχερός είμαι που με αγαπάει και με συμβουλεύει.
Μα όσα κι αν θυμάμαι, είναι όλα στο χαρτί ή στο μυαλό. Έχουν γίνει και κάποια στιγμή θα τα γράψω. Ξεχωριστές ιστορίες το κάθε ένα, μικρές ή μεγάλες. Είμαι γεμάτος, αλλά δεν το εκτιμώ. Πως άλλοι θα ζήλευαν να κάθονται, να μη δουλεύουν, να γαμιούνται αχόρταγα, να παίζουν τη μουσική τους, να ταξιδεύουν κι απλά να ζουν σαν χομπίστες. Μέχρι να ζοριστούν, να βαρεθούν και να σηκωθούν από τον λήθαργο. Άλλοι το ψάχνουν και θα το αντάλλαζαν με τη ζωή τους, αλλά εγώ δεν είμαι ποτέ ευχαριστημένος, γιατί το μυαλό μου τα ματαιώνει όλα, τα ξεχυλώνει, τα αναλύει. Αγχώνομαι και πρέπει να παλεύω κάθε ημέρα, να τιθασεύω τη σκέψη μου, για να νιώθω καλά. Πρέπει να ζοριστώ και να βγω ξανά στον δρόμο, όπως τότε στο εξωτερικό. Μόνο για να μου αποδείξω πως μπορώ, να καταλαβω για άλλη μια φορά το πόσο αναβλητικά μαλάκας είμαι και το πόσο εύκολα είναι τελικά πράγματα και καταστάσεις που αμελώ να φέρω σε πέρας. Όπως όλη αυτή η εξομολόγηση που πήρε τελικά 9 ήμερες, 9 καθισιές, με μια αναβολή 32 χρόνων. Μα πρέπει να δεχτώ πολλά και να συμβιβαστώ κι αυτό είναι προδοσία στο μυαλό μου, στο είναι μου το όλο. Πρέπει να θυμάμαι να με συμβουλεύω. Γιατί να είμαι τόσο καλός στο να συμβουλεύω τους άλλους; Γιατί να μπορώ να δω εύκολα το βαθύτερο, την «ουσία» των θεμάτων που τους βασανίζουν και στα δικά μου να είμαι τυφλός, βόμβα συναισθήματος; Πρέπει να βγαίνω από το σώμα μου και να με βλέπω σαν τρίτος. Μπορώ να το κάνω, γαμώ το συναίσθημά μου το τρελό... 
Μα όπου υπάρχει «πρέπει», αντιδρώ... Εδώ κολλάει ο συμβιβασμός, στο να περιορίσω το είναι μου, το συναίσθημα που λέω. Να δεχτώ πως όταν υπάρχει κάτι ερωτικό μεταξύ δύο ατόμων, κάτι πέρα από το απλό σεξ, δεν μπορεί να υπάρχει απόλυτη αλήθεια. Κι αν ποτέ τη βρεις είσαι πολύ τυχερός, φίλε μου, φίλη μου. Γιατί η αλήθεια, η αντικειμενική, είναι μία. Αυτή πίσω από τα γεγονότα και μόνο αυτή. Όχι τα κίνητρα, όχι τα αποτελέσματα, οι σκέψεις κι οι προθέσεις, που απλώς είναι όργανα στο να τη βιάζουν καθημερινά, να την τροποποιούν. Κι η δική σου αλήθεια, μπορεί να είναι το δικό μου ψέμα. Για αυτό παγώνω σιγά σιγά και προτιμώ τις φιλενάδες μου. Αφού στις άλλες περιπτώσεις μαχαιρώνομαι, κόβομαι, φθείρομαι όσο περνούν τα χρόνια. Όταν σου δείχνω την πραγματική μου πρόθεση κι υπάρχει αγάπη, θα εκπλαγείς. Θα το εκτιμήσεις. Γιατί θα είμαι όσο πιο αληθινός γίνεται και θα σου αρέσει συνήθως. Μέχρι να με φοβίσεις εσύ, με την ανασφάλειά σου να παίζει σκάκι με τη δική μου. Για αυτό να είσαι ψευτική κι εγώ θα κοιμάμαι μόνος μου στο τέλος.
Γιατί έχω κώδικα τιμής. Γιατί μπορεί να θέλω να κάνω σεξ όλη την ώρα. Μπορεί να ποθώ τις γυναίκες και να θέλω να δοκιμάσω έστω μια φορά με την πλειοψηφία όσων γνωρίζω. Να σκέφτομαι πως μπορεί να κάνουν όταν τελειώνουν, ενώ αράζω μαζί τους και φιλοσοφούμε. Αλλά... Όταν πρόκειται για κοπέλα ή πρώην φίλου μου ή κάποια σε σχέση σοβαρή, σέβομαι. Δε βλέπω αιδοίο, δε βλέπω έρωτα, δε βλέπω σεξ. Δε νιώθω το διαβόλι να μου τριβελίζει το μυαλό και το πουλί μου κοιμάται βαριά. Όπως όταν αγαπώ και νιώθω το ίδιο αδιάφορος για όλες τις άλλες. Όταν όμως είσαι είτε φίλος, είτε φίλη, είτε σύντροφος, συνεργάτης και συνένοχος στη σεξουαλική ζωή μου, θέλω μόνο δικαιοσύνη. Αυτή που ψάχνω και στις σχέσεις, αλλά καταρρίπτεται. Εδώ δε συμβιβάζομαι, ποτέ. Αν μου πεις ψέματα θα απογοητευτώ. Αν είσαι ψεύτικος δε θα σου ανοιχτώ ή αν το είχα κάνει, που είναι πολύ πιθανό, πλέον δε θα μιλάμε.
Ίσως σαν άνθρωποι δε βρούμε ποτέ το τέλειο, το ιδανικό, γιατί δεν υπάρχει. Γιατί είμαστε από τη φύση μας με ψεγάδια και θέλει κότσια να τα εντοπίσεις. Θέλει δύναμη να τα απομονώσεις, να τα δουλέψεις, να τα εξαλείψεις. Θέλει να μείνεις μόνος σου, να δεις τον εαυτό σου στην απ’ έξω. Το είδα στα άτομα που γνώρισα στη Βουδαπέστη, χεσμένα στο χρήμα, ικανά να έχουν ό,τι ποθήσουν κι όμως να είναι πολύ πιο προβληματικά, καταθλιπτικά από εμένα. Να βαριούνται πιο πολύ τη ζωή, όταν όλα τούς ήταν δεδομένα κι είχαν κορεστεί. Ήμουν όμως δίκαιος κι υπομονετικός. Το δέχτηκα και τους λυπάμαι, να είναι τόσο κενοί, τόσο φοβισμένοι μέσα τους.
Το τέλειο έχει τα όριά του για τον κάθε ένα και το δικό μου δε γεμίζει εύκολα ή δε θα γεμίσει ποτέ. Λόγω του κρεμμυδιού. Λόγω των πτυχών μου, λόγω του βάθους μου, που είναι ένα εμπόδιο, μια αλυσίδα στον λαιμό. Όσο και να σε γεμίσω, ίσως εσύ δε με γεμίσεις ποτέ. Ίσως νιώθω πάντα μόνος μου, αλλά βλέπω όλον τον κόσμο να είναι έτσι. Κι αυτό είναι αστείο αν το καλοσκεφτείς. Αντί η μοναξιά να μας ενώνει, σε κάποιο σημείο του κόσμου, σε δωμάτια, σε αίθουσες, στο δρόμο, παντού, συντελούνται μάχες, σώμα με σώμα, ή σε νοητό επίπεδο, μέσα μας. Είναι λίγοι όσοι έχουν ψυχική ηρεμία και ευελπιστώ να γνωρίσω κι άλλους για να παραδειγματιστώ.

18 March, 2017

ΠΑΡΑΛΗΡΩΝΤΑΣ ΑΝΑΚΥΚΛΩΝΟΜΑΙ, 23.

Θυμάμαι τις περιοδείες με την μπάντα, σε Ελλάδα κι εξωτερικό. Την ανεμελιά, τις πόλεις που έχουμε κοιμηθεί, τις φωτογραφίες που βγάζω. Τα τόσο σουρρεαλιστικά περιστατικά που έχουμε αντιμετωπίσει. Τα αστεία, τα νεύρα, την κούραση, το χόρτο. Το να λέω: «Μη μπαμπά» προσποιούμενος πως παραμιλώ στον ύπνο μου κι οι άλλοι να γελούν. Αν μου το έλεγες κάποτε πως εγώ, ο γυναικωτός, ο καθαρός θα κοιμηθώ σε κάτι αχούρια που δεν υπάρχουν λέξεις να περιγράψουν τη βρώμα τους, θα σου έλεγα πως είσαι τρελός. Κι όμως είναι ωραία η πουτάνα η μουσική, με θεραπεύει. Για αυτό κι υπομένω αντίξοες για εμένα καταστάσεις. Καμιά φορά συμβιβάζομαι κι ανέχομαι πράγματα. Για να βγαίνω στη σκηνή και να χάνομαι αυτιστικά, να ουρλιάζω τον πόνο μου. Θυμάμαι τα μέρη που έχουμε δει πέντε μαλάκες μαζί. Πολλές φορές στη μέση του πουθενά, χωμένα μέσα στα δάση της κεντρικής Ευρώπης. Θυμάμαι το van να ταξιδεύει για να γκαρίζουμε σε χωριά και τόπους που δε θα πας ποτέ, γιατί το ίδιο θα συνέβαινε και σε εμάς αν δεν παίζαμε αυτό που παίζουμε. Θυμάμαι τους τσακωμούς μας και το παρασκήνιο πίσω από αυτούς. Το τι έχουμε τραβήξει κι ανεχτεί ο ένας από τον άλλο, αλλά όταν μπαίνουμε στην πρόβα, όταν παίζουμε στη σκηνή, τα ξεχνάμε όλα κι είμαστε αδέλφια. Έστω για λίγο, όπως στην αρχή. Κι εσύ μας βλέπεις για 30 λεπτά, χωρίς να έχεις ιδέα τι μόχθος, τι τριβή υπάρχει από πίσω. Στα πάντα. Στην τέχνη. Στον δρόμο. Στη ζωή. «Με βλέπεις να χαμογελώ ειρωνικά. Το είδος σου απεχθάνομαι, σιωπώ προσωρινά...»
Θυμάμαι τη Βουδαπέστη μου, που τότε δεν εκτιμούσα. Τον δρόμο που έμενα και τις μαστουρωμένες βόλτες μου. Τα σοκάκια, την αρχιτεκτονική. Το φεγγάρι να σκάει στην κουζίνα, αυτήν την υπέροχη κουζίνα με τα μεγάλα παράθυρα. Τα βράδια με τα ακουστικά στα αυτιά, να ακούω black metal και να μου λείπεις εσύ, η πρώτη μου συγκάτοικος. Η καλύτερη μου φίλη. Λουσμένος στο σεληνόφως, μόνος μου. Να κλαίω που σε άφησα να φύγεις. Θυμάμαι τις εξόδους, τους μαφιόζους και τον ξένο σε εμένα αυτόν κόσμο. Έναν κόσμο που μόνο με τον πατέρα μου ζούσα, επιδερμικά, όταν πήγαινα να τον δω στο εξωτερικό. Θυμάμαι την επική βραδιά μας, με εσένα πλούσια και μουρλή μου φίλη. Το δωμάτιο vip και την Καναδή, στην οποία με έκανες διαφήμιση. Δε μας μίλησε ποτέ ξανά γιατί της βγάλαμε το διαόλι. Την αποπλανήσαμε μπροστά στο αφεντικό της και το ήθελε, δεν αντιστάθηκε. Ενώ, κανονικά, έπρεπε να είναι σοβαρή στην επαγγελματική της έξοδο. Θυμάμαι εσένα φίλε μου από την Κύπρο, «τάντζι» μου. Τα αράγματά μας, ανώμαλε, αδελφέ μου. Τα καψίματα με εσένα μικρέ μου Μάρκο, τα καψίματα με τους καταθλιπτικούς Ούγγρους φίλους μου. Θυμάμαι τη θεία μου, αδελφή της μάνας μου, να με παίρνει τηλέφωνο για να δει τι κάνω και να κλαίω πάντα όταν το κλείναμε. Να σπάω όταν σκεφτόμουν το πόσα προβλήματα είχε κι έχει να αντιμετωπίσει αυτός ο άνθρωπος. Προβλήματα που ντρέπομαι να γράψω, βαριά, υγείας, σημαντικά. Όχι υπαρξιακές μαλακίες και θέματα αγάπης, όπως τα δικά μου. Και νιώθω αχάριστος, νιώθω λίγος και μαλάκας. Νιώθω άσχημα και κλαίω ξανά για τη σαπίλα μου, για αυτό που είμαι.
Θυμάμαι πρωτοχρονιές και μεθύσια, να κυκλοφορώ με το βρακί μου το μινέρβα, τότε αυτά φορούσα. 16άχρονος παρθένος, να σου έχω ξεράσει το σαλόνι, αδελφέ μου Νάσο, ανάμεσα - μπροστά σε όλον τον κόσμο. Είχα ντραπεί πολύ την επόμενη ημέρα, όταν αντιλήφθηκα τι έκανα την προηγούμενη.
Θυμάμαι τα αστεία μου, να σε κάνω να γελάς επειδή το παίζω ομοφυλόφιλος. Επειδή πετάω τα κλειδιά μου και σκύβω να τα πιάσω, με τον κωλαράκο μου να τουρλώνει. «Ουπς, καλιέ, μου έπεσαν» θα δηλώσω. Επειδή προσποιούμαι πως βάζω δάκτυλο και τον παίζω παράλληλα, την ώρα που μπαίνεις στο δωμάτιο. «Ωχ, δε σε είχα δει» θα σου πω. Κυκλοφορώ γυμνός, βάζω το πουλί μου στην τσέπη σου, «να το φυλάξω». Θυμάμαι το χιούμορ μου, αυτό που είναι ιδιαίτερο. Πολλές φορές ακραία ρατσιστικό, σεξιστικό ή οτιδήποτε μπορεί να προσβάλλει κάποιον. Κι όμως πάντα διακρίνεις πως δεν εννοώ τίποτα, πως απλώς σε πειράζω για αυτό και το δέχεσαι. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων θα γελάσεις. Όταν δεν είσαι κομπλεξικός ή συντηρητικός.
Θυμάμαι τα μαλλιά σου να κατσαρώνουν κι άλλο, Μάγισσα. Μετά από τόσο ιδρώτα, μετά από ώρες έρωτα, καψίματος σε όλο μου το σπίτι. Εκτός από το δωμάτιο της μάνας, αυτό είναι ιερό. Θυμάμαι τον καθρέφτη μου να έχει αποτυπώσει, τόσες φορές, το ίδιο πράγμα, εμένα γυμνό κι εσένα να αλλάζεις. Θυμάμαι να σε πείθω πως μου αρέσει να συνουσιάζομαι με ζώα. «Κfc, Καλλιτέχνης fucking chickens» σου είχα πει και διασκέδαζα με τη βλακεία σου, την αφέλειά σου, μικρόμυαλη. Όχι εσύ Μάγισσα, μια άλλη ήταν, ήσουν τσάκαλος εσύ. Θυμάμαι το θέατρο σου στον δρόμο. Να πέφτεις να κάνεις εμετό, όταν κατάλαβα πως γαμιόσουν με τον σάπιο που δεν υπερασπίστηκε ποτέ την πράξη του και τελικά να με πείθεις πως δεν έγινε τίποτα. Πόσο τυφλός, ήμουν, πόσο τυφλός είμαι ακόμα; Θυμάμαι έναν από τα τωρινά σου θύματα, να με βλέπει και να μου το παίζει πως: «Όλα είναι εντάξει, σιγά, πέντε χρόνια έχουν περάσει» όταν ήξερε για εμάς. Τον θυμάμαι να εικάζει για αυτό που μπορεί να νιώθω ή ένιωθα και τον λυπάμαι τον κακομοίρη. Τον λυπάμαι που είναι καραγκιόζης.
Θυμάμαι το vip club. Αφγανική μαφία κι εσένα αγαπημένη μου φίλη, αγνή Χασίκλω. Ξεκάρφωτη ανάμεσα στους μαφιόζους, τους σωματοφύλακες, την κόκα και τις βίζιτες. Κι εγώ μαζί σου, ξεκάρφωτος, να σου λέω: «Μη φοβάσαι, με αυτούς δουλεύω, τι να κάνω, τώρα καταλαβαίνεις, τώρα βλέπεις». Θυμάμαι το πρώτο σου σπίτι. Να σε γλείφω ενώ κολλάς τσιγάρα και να χύνεις. Να μου δίνεις τον μπάφο να τον ανάψω, λέγοντάς μου: «Σκάσε τον εσύ, σου αξίζει, με ξεφτίλισες» μετά τον οργασμό που σου έκανα δώρο. Το πουλί μου χωμένο μέσα στη ζάχαρη και μια ατάκα: «Φάε το λουκουμάκι σου, είναι συριανό». Κι εσύ γελούσες, το έφαγες με χαρά. Θυμάμαι να ακούμε μουσικές, να χανόμαστε μαστουρωμένοι. Να καιγόμαστε στα Ιλίσια και τη Βουδαπέστη.  
Θυμάμαι εσένα πρώτη μου αγάπη, πρώτη μου σχέση. Πρώτε μου μύστη στο χόρτο και το σεξ. Αγαπημένη, όμορφη, γυναικάρα, συμμαθήτρια, παρθένα, αχόρταγη για έρωτα. Να ρίχνουμε κρυμμένοι, laser στον παππού μου και να νομίζει πως τρελάθηκε. Να λέει πως ο θεός του τού στέλνει μηνύματα. Ενώ εμείς πηγαίναμε να κατουρηθούμε από τα γέλια. Το δασάκι στην Πετρούπολη, το σεξ και τις μαυροδάφνες, εκεί στα 17, 18, μαζί σου. Τα ταξίδια μας στο εξωτερικό και τις ζαβολιές μας, όταν οι άλλοι δε μας έβλεπαν. Κι εσύ θυμάσαι μόνο έρωτα και σεξ από εμένα. Αυτό μου είπες πως κάναμε για τέσσερα χρόνια συνέχεια και δεν το έχεις ξαναζήσει, ενώ εγώ θυμάμαι τα πάντα. Θυμάμαι κι άλλα, πέρα από αυτό. Θυμάμαι να είμαι ευτυχισμένος, αθώος, ελαφρύς. Τουλάχιστον με θυμάσαι όμορφα, χωρίς να έχουμε να χωρίσουμε τίποτα. Χωρίς να έχουμε επαφές πια.
Θυμάμαι κάποιον παλιό φίλο. Να του λέω να βάλουμε τσόντα κι όταν μου απάντησε πως θα έρθει η μάνα μου σε λίγο, να του απαντώ: «Καλά, θα την περιμένουμε» γιατί τέτοιο είναι το χιούμορ μου. Θυμάμαι να σου λέω για πλάκα (και το ξέρεις καλά αυτό, το ξέρεις το εν λόγω χιούμορ μου), όταν η μητέρα σου είχε καρκίνο κι είδε πως δεν περνάς μαθήματα στη σχολή, ότι θα σου πει σε κάποια φάση: «Αμάν, θα μου βγάλεις τον καρκίνο» και τότε είχες γελάσει. Γιατί ξέρεις πως δεν έχω τέτοια κακία μέσα μου. Δεν την είχα ποτέ, παλιέ μου φίλε κι αδελφέ. Θυμάμαι να σε αποκαλώ νόθο, μπάσταρδο, ενώ δεν έπρεπε. Εκεί έγινα κακός κι αυτό δεν είμαι. Είναι το μόνο για το οποίο σου ζητώ συγγνώμη. Για όλα τα άλλα ξέρεις καλά πως φταις.
Θυμάμαι τις μαλακίες που έχω κάνει στη μάνα μου, να γυρνάω κομμάτια, για άπειρα βράδια κάποτε. Να με πετυχαίνει μεθυσμένο και κοιμισμένο πάνω στη χέστρα. Πολλά ξημερώματα, στα τέλη της εφηβείας μου. Να με παρακολουθεί όταν έκανα παρέα με τους πρεζάκηδες στα 14 μου. Απλώς για να μη νιώθω τόσο άσχημα με την πάρτυ μου και τον χωρισμό των γονιών μου. Θυμάμαι το πόσο με πρήζεις, αλλά το πόσο ενδιαφέρεσαι και περιμένεις να αναστηθώ, γιατί μόνο εσύ θα χαρείς τόσο. Εσύ, η συγκάτοικος, που με ανέχεσαι και με νιώθεις. Η μητέρα μου, η μαμά μου.
Θυμάμαι μουσικές και μεθυσμένες πρόβες στον Βύρωνα. Θυμάμαι τζαμαρίσματα που χάθηκαν επειδή δεν ηχογραφήθηκαν ποτέ. Κι ήταν τόσο όμορφα, τόσο ελεύθερα. Ήχοι που δε θα ξαναπαιχτούν, αλλά κάπου κοιμούνται μέσα μου.
Θυμάμαι την πενταήμερη, να κυκλοφορώ γυμνός στους διαδρόμους, όταν οι συμμαθητές μου είχαν πάει έξω να διασκεδάσουν σε ένα σκυλάδικο. Θυμάμαι πως βρήκα τη βότκα σου, εσένα τον bully του σχολείου, που για κάποιο λόγο με σεβόσουν. Ίσως γιατί σε κάλυπτα στις απουσίες και δε με ένοιαζαν οι μαλακίες σου. Αλλά ήπιες όταν γύρισες κι εγώ είχα τρίψει πριν τον ιδρωμένο κώλο μου στο στόμιο. Εκεί που ρουφούσες.
Κλαρινογαμπρέ, είχα βάλει το χειριστήριο της κονσόλας σου, στο ίδιο σημείο, να πάρει την μυρωδιά μου. Δεν το έχωσα μέσα, μη φοβάσαι, δεν κάνω τέτοια. Το έκανα μπροστά στη συμφοιτήτρια, αυτή που τώρα ή κάποια στιγμή μπορεί να αγκαλιάζεις ξανά ή και όχι. Γιατί σου είπε ψέματα πως δεν ήμουν τίποτα ή κάτι ανάλογο. Απλά ένας συμφοιτητής της που γαμήθηκαν μερικές φορές ή ό,τι σκαρφιστεί για να σε πείσει και κάνω τα σενάριά μου τα φανταστικά, πελαγώνω. Δεν ξέρω τι συμβαίνει ή θα συμβεί. Κι αν μάθαινες τι έχει παιχτεί πραγματικά, το πόσο έντονα ήταν όλα μεταξύ μας και το πόσο ψεύτικα ζείτε, θα το παρατούσες το άθλημα. Αλλά, τι λέω με την αναισθησία σας... Συγκατοίκηση και φυλακή και ψέμα. Εξάρτηση λέγεται κι είναι νοσηρή, καμιά αγάπη. Δεν ξέρουν τι είναι.
Αυτό θα θυμάμαι και θα στενοχωριέμαι, την άγνοιά μου, τον χρόνο που έχασα και δεν άξιζε. Ίσως τελικά να έμαθα πολλά, επειδή ήσουν σάπια, αναίσθητη, ρηχή. Με δίδαξες, μου υπενθύμισες πως υπάρχουν και τέτοιοι. Ήμουν εκεί όμως. Πάντα δίπλα σου. Είσαι αχάριστη, είσαι άρρωστη, λυπάμαι. Κι ένα κομμάτι μου θα πεθαίνει κάθε φορά. Θα κόβετα, θα πέφτει και θα σαπίζει. Όλο και πιο πολύ θα αδειάζω. Δε θα στερέψω ποτέ όμως. Δε φοβάμαι.

14 March, 2017

ΚΑΡΦΙΤΣΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ.

Περιμένω να έρθεις μέσα στο σκοτάδι.

Περιμένω να παίξεις τις σάπιες νότες σου.

Χρησιμοποιώντας τις φωνητικές μου χορδές, να βγάλεις φάλτσους ήχους.


Περιμένω το ανηλεές χάδι σου.

Περιμένω το ερωτικό σου έρεβος.

Να γεμίσεις την ψυχή μου με γνώριμη μαυρίλα.


Περιμένω να με φιλέψεις προστυχιά.

Περιμένω να μου σκίσεις το στήθος.

Μπήγοντας τα βρώμικα νύχια σου στη σηψαιμική καρδιά μου.


Περιμένω να σταματήσεις τα ρολόγια.

Περιμένω να βυθιστώ μες στο παρόν.

Για λίγο να ρουφήξεις το γεμάτο διαταραχές είναι μου.


Περιμένω να μου ξεριζώσεις τα μάτια.

Περιμένω να γίνουν όλα σκοτεινά.

Να μείνω σε ό,τι έχω συνηθίσει και μπορώ να χειριστώ.


Περιμένω να ξυπνήσω και να έχει νόημα.

Περιμένω εμένα γιατί μόνο έτσι πάει.

Να νικήσω ό,τι αντικρύζω στον καθρέφτη.


Περιμένω το αδυνατισμένο χέρι σου να απλωθεί.

Περιμένω τον ηλιθιωδώς μάταιο κόσμο να καταλάβει.

Μάταια περιμένω σε μια μεγάλη σάλα περικυκλώμενος από ζωντανούς νεκρούς.

11 March, 2017

ΠΑΡΑΛΗΡΩΝΤΑΣ ΑΝΑΚΥΚΛΩΝΟΜΑΙ, 22.

Κι οι ημέρες γεμίζουν, μια παραλλαγή όλα. Αν κλείσω τα μάτια μου, θυμάμαι τη σειρά, τα γεγονότα, τη ζωή μου. Χαραγμένα στο μυαλό μου. Σαν να συνέβησαν χτες, ακόμα κι αν δεν τα έχω καταγράψει στα τετράδιά μου. Γεμίζουν βιβλία στο κεφάλι μου κι είναι τόσα πολλά, τόσες λεπτομέρειες. Μερικά τόσο αλλόκοτα που χάνω την μπάλα, δεν ξέρω πού να εστιάσω, γιατί να το κάνω και ποιο το νόημα; Είναι μάλλον η φωνή που μας μιλά, αυτή η ανάγκη μας να βρούμε κάτι να μας συμπληρώσει. Για αυτό φωνάζω σιωπηλά, για αυτό ξεχύνομαι κι ανοίγω τις πτυχές μου.
Θυμάμαι την Κρήτη, το 1991, να είμαι σχεδόν επτά ετών και να θέλει να με μυήσει στη μαλακία και τα πρώτα μου βιομηχανικά τσιγάρα, ένας δεκατριάχρονος Κρητικός. Έλα όμως που σκόπευε να με πείσει να του τον πάρω στο στόμα. Κατέληξε, επειδή δεν καταλάβαινα τι ήθελε, να μου δείξει. Βάζοντας το δικό μου το πουλάκι στο δικό του βρωμόστομα και μη μαγκώνεις εδώ, κομπλεξικέ μου φίλε. Δεν ανταπέδωσα τη χάρη. Έφυγα τρομαγμένος, με το πρώτο στόμα που φιλοξένησε τον αυριανό μου πλοηγό, να είναι ανδρικό. Το μόνο ανδρικό, μην αναρωτηθείς αν υπήρχαν άλλα.
Θυμάμαι τους πρώτους μου οργασμούς. Τον καινούριο κόσμο που είχε ανοίξει μπροστά μου. Δε φανταζόμουν ποτέ την χρονική ποσότητα ζωής που θα μου κατανάλωνε στην πορεία η αναζήτησή τους, η επίτευξή τους. Πάντα πίστευα πως δε θα βρω καμία ή θα είμαι ένας παρθένος. Ήμουν άπειρα ντροπαλός, ακόμα είμαι σε περιπτώσεις. Πόσες ευκαιρίες έχω χάσει... Είδα όμως πως όσο πιο άμεσος είμαι, τόσο πιο αποτελεσματικά παίρνω αυτό που θέλω. Σκέφτομαι γιατί να μην ήταν τα πράγματα έτσι απλά, χωρίς όλο το θέατρο. Αν ταιριάζεις με τον άλλο να του το ζητάς, χωρίς ταμπού, χωρίς «σεξισμό». Κόσμια, άμεσα. Χωρίς καθυστερήσεις, αφού όλα εκεί καταλήγουν κι οι προσεγγίσεις έξω, στα bar, στα clubs, στον δρόμο, στα social media, όταν δεν έχουν κάποιον επαγγελματικό λόγο, όταν δεν υπάρχει φιλία ή σεβασμός, λόγω άλλης σχέσης, αυτό κρύβουν. Και κοροϊδευόμαστε.
Θυμάμαι εμένα, όταν ήμουν δέκα ή έντεκα ετών. Μου αγόρασαν φιγούρες του Καραγκιόζη και της παρέας του, μαζί με μια σκηνή για να παίζω. Δύο κοντάρια σε κάθετη θέση, συνδεδεμένα με άλλα δύο σε οριζόντια, σχημάτιζαν ένα ορθογώνιο πλαίσιο. Μια λάμπα πίσω μου, ο παραγωγός των σκιών που χρειαζόμουν για να ξεκινήσω το παιχνίδι. Μάζευα την αδελφή μου και τα τρία ξαδέλφια μας. Όλα κάτω των δέκα ετών, με τη μικρότερη ξαδελφούλα μου να είναι μόλις δύο. Το όνομα της παράστασης: «Ο Καραγκιόζης παιδεραστής». Το θέμα της δεν απείχε σαφώς από τον τίτλο. Να τονίσω πως τρέφω τη μεγαλύτερη απέχθεια για τον κάθε είδους παιδεραστή και βιαστή. Μάλλον είχα αρρωστημένο χιούμορ από μικρός, με τον λαϊκό ήρωα να στήνει τα κολλητήρια στη σειρά, τεστάροντας τις γνώσεις τους σε θέματα απλά. Τύπου: «Πόσο κάνει 2 + 2;» και φυσικά αυτά να απαντούν, πάντοτε, λάθος. Έπειτα, έμπαινε σε εφαρμογή ο τίτλος που είχε δοθεί στον πρωταγωνιστή μας. Το κρίμα στον πρωκτό των κολλητηριών. Κάτι δεν πήγαινε καλά με εμένα, από τότε.
Θα συνεχίσω να θυμάμαι το πώς είχα πάρει τον χωρισμό των γονιών μου, όταν πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα βαθύ πόνο και παραιτήθηκα. Τους πρώτους έξι μήνες έκανα μπάνιο μια φορά την εβδομάδα. Μαλακιζόμουν μανιακά κι έχυνα μέσα στα βρακιά μου. Ήμουν βρωμιάρης στο σώμα για πρώτη και τελευταία φορά. Πάλι καλά που δε μυρίζω. Μου κάνουν πλάκα οι φίλοι μου για το γυναικωτό μου. Οι γυναίκες κολλάνε με τη μυρωδιά μου, τους αρέσει, μου εξομολογούνται. Μάλλον είμαι τυχερός. Τους λέω πως είναι: «Cannabis for men» ή: «Λάμπρος, το κορίτσι σου». Τότε όμως, στα 12 μου έτη, πρώτη φορά τόσο πληγωμένος, είχα εστιάσει μόνο στο σχολείο και στο διάβασμα. Ψυχαναγκαστικά, για να ξεχνιέμαι. Για να αντικαθιστώ την λανθασμένη, παιδική ενοχή που μου είχε δημιουργηθεί από τη φυγή του πατέρα μου. Για να αποδεικνύω πως κάπου αλλού, πρέπει και μπορώ να είμαι ο καλύτερος. Πως αξίζω, δεν είμαι κακό παιδί για να κάνω τον άλλο να φύγει. Θυμάμαι να νιώθω μόνος μου στο προαύλιο. Να διαβάζω χωρίς να είμαι τυπικός σπασίκλας. Να φοράω μεταλλάδικη περιβολή με γυαλαμπούκι και μαλλί αφάνα. Να είμαι απουσιολόγος μέχρι και τη δευτέρα λυκείου. Όταν έπρεπε να διαβάσω παραπάνω, μάλλον είχα αρχίσει να αποδέχομαι τον χωρισμό. Είχα ανακαλύψει και το ποτό, έτσι, δειλά δειλά.
Θυμάμαι τυχαία γαμήσια, μιας βραδιάς, όπως το σπίτι στο Αιγάλεω και μια κοπέλα τόσο παχιά. Η πρώτη μου ηλεκτρονική κατάκτηση. Την πάτησα, ήμουν πρωτάρης. Όχι πως έχω θέμα, είπαμε, όλα είναι στο μυαλό. Την πρώτη της ατάκα, όταν τη συνάντησα κοντά στο σπίτι της: «Τώρα μπορείς να φύγεις άμα θες». Φυσικά δεν έφυγα, τρόμαξα, αλλά είπα μέσα μου: «Εδώ είσαι, πότε θα το ξανακάνεις αυτό;» Πού να ήξερα... Κι ήταν από τα πιο ακομπλεξάριστα γαμήσια που έχω βιώσει. Πού να ήξερα τι θα ακολουθούσε τα επόμενα χρόνια και πόσες φορές θα επαναλαμβάνονταν πανομοιότυπα γεγονότα; Κι εκεί, στο δωμάτιο των γονιών της, με έναν κεντημένο σταυρό σε κάδρο και δίπλα μια τεράστια φωτογραφία του γάμου τους, εκεί που διαλύσαμε ο ένας τον άλλο, με σεξ και γέλιο, κατάλαβα πως δεν έχω θέμα με την εικόνα τόσο. Γιατί τελικά με τις πιο ωραίες γυναίκες, έχω κάνει το χειρότερο σεξ για τα δικά μου δεδομένα. Αυτό που πρέπει να ξεκλειδώσεις τον άλλο, αν και πάντα μου αρέσει αυτή η πρόκληση κι εκτός από μια φορά (μαζί σου, συμφοιτήτρια, αν και κάτι κατάφερα, γαμώ την άρνησή σου, φυλακισμένη), τα καταφέρνω πάντα. Εσύ, όμως, Μάγισσα, έχω να το λέω στον εαυτό μου, ήσουν το καλύτερο σεξ μου. Το πιο ολοκληρωμένο. Κι αν ήσουν όμορφη, τότε... Η ζωή είναι τόσο σουρρεαλιστική καμιά φορά. Τα έφερε έτσι που εμείς οι δύο λύσαμε τις διαφορές μας. Κάναμε κατά κάποιο τρόπο ειρήνη. Χωρίς απαραίτητα να συγχωρέσουμε ο ένας τον άλλο. Κάποια πράγματα δε συγχωρούνται, απλώς τα ξεχνάμε. Ένιωσα ξανά αγνή αγάπη για εσένα, το μένος μου έπαψε. Εκεί, στην αγκαλιά μας, που για λίγο ήταν αγνή. Όσο αληθινή ή ψεύτικη κι αν ήταν η συνάντησή μας... Δεν έχει σημασία. Σε ευχαριστώ, Φριτζιλού μου κι ας έδειξες στη συνέχεια πως με έπαιξες για άλλη μια φορά. Έχω αποδεχτεί το τι είσαι.
Θυμάμαι τον εαυτό μου κάπου στα βόρεια προάστια. Να πασχίζω να χύσω γιατί δεν καυλώνω στο μυαλό. Απλώς για να με αφήσει η άλλη να φύγω. Έπειτα να πηγαίνω καπάκια στην τότε σχέση μου, που είχε διαλυθεί λίγες ημέρες πριν. Μασώντας τσίχλα για να διώξω τα υγρά από τον οισοφάγο μου, τα υγρά μιας αλλόκοτης πλούσιας. Αυτής που με κούραζε λίγο και δεν καύλωνα σωστά. Έπρεπε να σκεφτώ άλλες για να τελειώσω. Έπρεπε να σκεφτώ, όπως και σε μια άλλη περίπτωση λίγο καιρό μετά, πως είμαι ένας φοιτητής από επαρχία. Πως κάνω το ζιγκολό για πλούσιες κυρίες που με εκμεταλλεύονται, ώστε να πληρώνω τα δίδακτρά μου. Πάντα κάνω σκετσάκια στο μυαλό μου αν δε μου αρέσει πολύ το σεξ ή το άτομο με το οποίο γαμιόμαστε εκείνη τη στιγμή. Ευτυχώς δε συμβαίνει συχνά. Σε περιπτώσεις που γουστάρω πολύ, που αγαπιόμαστε ή νιώθουμε χημεία κι άνεση θα σε βάλω μέσα στους ρόλους μου. Θα σε ταξιδέψω μιλώντας σου. Θα σε καυλώσω δημιουργώντας εικόνες.
Θυμάμαι να φτιάχνουμε γυναικείο προφίλ με έναν παλιό αδελφό μου, που τώρα δεν υπάρχει. Έχει εξαφανιστεί από τη ζωή μου. Να σε κάνουμε να μας ερωτευτείς, εσένα τον φίλο μου και μετέπειτα συνοδοιπόρο στον πρώτο μου σοβαρό συγκρότημα. Έτσι, για να σου αποδείξουμε πως είσαι λίγο ψωνισμένος κόπανος. Όταν σε καλέσαμε κι ήρθες να μας βρεις, είχες παρφουμαριστεί, αλλά βρήκες εμένα και τον άλλο. Και μας παραδέχτηκες, όσο κι αν έλεγες πως το είχες υποπτευθεί. Θυμάμαι να είμαι πέντε, έξι ετών και να βαράω τους φίλους μου, να μεγαλώνω κι άλλο και συνεχώς να βασανίζω την αδελφή μου. Τον μόνο άνθρωπο που με ξέρει τόσο βαθιά, χωρίς να της έχω μιλήσει ποτέ. Μάλλον γιατί με νιώθει κι ας είμαστε τελείως διαφορετικοί. Κι ας μην μπορώ να της εκφράσω την άπειρη αγάπη που της έχω. Αθανασία μου, σε αγαπάω.