26 February, 2019

ΜΑΝΔΥΑΣ.

Στο πιο βαθύ σκοτάδι.

Ακριβώς πριν το χάραμα. 

Υφαίνω μια ακολουθία αιχμηρή. 

Ό,τι διαμορφώνει το είναι. 

Ό,τι σκαλίζει την ψυχή. 

Παρορμητικά αφοσιώνομαι για λίγο ή πολύ.  

Και βλέπω το σώμα να είναι ένα σακί που σαπίζει. 

Τυχαία δοσμένο ή γονιδιακά κληροδοτημένο τελικά; 

Φέρει μέσα του φόβους κι ανασφάλειες.

Αίμα, νερό
, έντερα και σκατά.  

Η συνείδηση ορίζεται από εξωγενείς παράγοντες, διαμορφώνοντας την ατέλεια. 

Και νιώθω αυτήν την εσωτερική μοναξιά που αδυνατώ να κοροϊδέψω. 

Είναι κατάθλιψη προερχόμενη από ξίφη σκουριασμένα. 

Δεν ανήκω πουθενά και νιώθω τα πάντα. 

Μα κυρίως φοβάμαι να με φροντίζω.

Μια υποχρέωση απέναντι στην αυτοτιμωρία.

Αργά και σταθερά αφαιρώ τον διάφανό μου, θλιβερό μανδύα.

14 January, 2019

ΒΟΜΒΕΣ, 02.

Ο παππούς μου (πατέρας της μάνας μου) πέθανε τον Δεκέμβρη του 2005. Η γιαγιά μου αφέθηκε μετά τον θάνατό του. Πήρε βάρος, έχασε την όρεξή της για ζωή. Τη θυμάμαι, τουλάχιστον τα 10 τελευταία χρόνια να είναι κατάκοιτη ή την πορεία της προς τα εκεί. Είναι ή 95 ή 97 ετών, δεν ξέρει πότε έχει γεννηθεί, δεν τους δήλωναν τότε. Είμαι στενοχωρημένος και το ήξερα, γιατί αλήθεια είναι από τα λίγα άτομα στη ζωή μου που αγαπώ τόσο πολύ. Είναι ίσως ο μοναδικός άνθρωπος  που έχω γνωρίσει και δεν έχει πει ποτέ κακό για κανέναν. ΠΟΤΕ. Ούτε καν για τον πατέρα μου, που πλήγωσε την κόρη της, της γάμησε τη ζωή. Πάντα μου έλεγε ο «Νικολάκης» με αγάπη για αυτόν. Βαθιά χριστιανή, από αυτές που δε ζαλίζαν αρχίδια, κρατούσε την πίστη της για τον εαυτό της, πάντα υπομονετική, ανεχόταν τα κέρατα του παππού μου (μεγάλος έκφυλος, μάλλον κυλάει στην οικογένεια). Σήμερα την είδα στο κρεβάτι της. Μένει εδώ και κανά δυο χρόνια στο δωμάτιό μου, στο σπίτι που μεγάλωσα. Εκεί την έχει η μάνα μου για να την φροντίζει. Σπάνια γυρνάω στην Πετρούπολη να τους δω. Πάντα βαραίνω εκεί, αλλά στο τέλος χαίρομαι για κάποιον λόγο. Είναι αυτή η γνώριμη χαρμολύπη που με τρέφει, η αγάπη για τον ξάδελφό μου και η οικειότητα με τον αγαπημένο μου καγγουρότοπο. Όπως και να έχει η γιαγιά μου πεθαίνει. Έχει πάει πολλές φορές να συναντήσει τον φίλο της , έτσι της λεώ για τον Θεό της, αλλά πάντα η μητέρα μου είτε θα τη γλιτώσει με αλάτια κτλ ή θα συνεχίσει με κάποιο τρόπο να επιβιώνει. Ξέρω πως θέλει να πεθάνει, μου το έχει πει, έχει κουραστεί και νιώθει βάρος για τους άλλους. Αλλά μάλλον είναι κοντά, αυτό είδα σήμερα, πρώτη φορά τόσο πολύ. Μου το είπε η μάνα μου μερικές ημέρες πριν, πως είναι στα τελευταία της. Άρχισα να κλαίω στο τηλέφωνο, δεν ξέρω πως μου βγήκε λύθηκα. Το ίδιο ένιωσα και σήμερα, όταν ήμουν δίπλα της και της μίλησα. Με κατάλαβε, το ένα μάτι της είναι τυφλό από τον καταρράκτη, το άλλο κουτσοβλέπει. Το μυαλό της δεν έχει παρακμάσει, δυστυχώς για αυτή. Μιλήσαμε κι ήθελα να τη χαιρετήσω, είχα δει στον ύπνο μου πως χάνω ένα δόντι που ήταν σάπιο μέσα για καιρό. Τώρα ήρθα γιαγιά μου, μπορείς να φύγεις πια. Ήξερα πως ήθελε να με δει. Της έκανα πλάκα να μου γράψει το σπίτι και πως θα πετάξω την κόρη της και τα άλλα της παιδιά εξω. Μόνο την ξαδέλφη μου θα κρατήσω εδώ να μου δίνει 300 ευρώ το νοίκι. Κάτι τέτοιες μαλακίες της έλεγα και γελούσε κι ένιωθα όμορφα να τη βλέπω.
Και μετά πήγα στην αδελφή μου. Να δω τον ανηψιό μου. Από κάτι που είναι κοντά στο τέλος πήγα σε κάτι που σφύζει ζωή. Στη γιαγιά θα γυρίσω σε λίγο. Μάλλον έχω μαλακώσει ή αφήνω την αγάπη που έχω μέσα μου να βγει εκεί που πρέπει. Είναι η τέταρτη φορά που βλέπω τον 8 μηνών ανηψιό μου. Είπα στην αδελφή μου όταν μας έβγαζε φωτογραφία. Δείχνε τη του στο μέλλον και πες του, αυτός είναι ο απόμακρος θείος σου που αυτοκτόνησε, αλλά σου αφήνει όλα του τα πράγματα. Τις κλασσικές μου μαλακίες. Ο μικρός σε κάποια φάση κοιμόταν στην αγκαλιά μου κι ένιωθα όμορφα να τον κρατάω. Δε θα μπορούσα με τίποτα να έχω δικό μου παιδί, είναι μεγάλη ευθύνη και δεν το έχω. Όμως βλέπω την αδελφή μου και τον άντρα της να είναι τόσο χαρούμενοι. Να μεγαλώνουν ένα για τώρα αθώο πλάσμα. Και σκέφτομαι πως αυτή η μικρογραφία ανθρώπου δεν ξέρει πόσο σκατά είναι η ζωή στο συνολό της, όταν τη βλέπεις ρεαλιστικά. Δεν ξέρει τι πόνους θα τραβήξει και χαμογελάει όταν βλέπει τα μάτια μου από κοντά να γουρλώνουν. Και ηρεμεί και κοιμάται στην αγκαλιά μου. Και σκέφτομαι πως η ζωή είναι όμορφη για την αδελφούλα μου και νιώθω πως έχω ωριμάσει και εκδηλώνω κάπως το όμορφο που έχω μέσα μου και κρύβω σα μαλάκας. Και μετά από αυτή την μικρή παρένθεση χαράς, γύρισα στο σπίτι να χαιρετήσω τη γιαγιά μου για, ελπίζω να ηρεμήσει, τελευταία φορά. Και της έφερα και τον πατέρα μου τον αυτιστικό που ένιωθε άβολα, αλλά τελικά ηρέμησε ο μαλάκας. Κι όταν κατάλαβε μέσα στη μαστούρα του dmt ή ό,τι σκατά κυκλοφορεί στο κεφάλι ενός ανθρώπου που πεθαίνει σιγά σιγά, του είπε είσαι ο Νίκος ο Σμυρνώφ. Και του χάιδεψε το χέρι η γιαγιά μου, με τόση αγάπη, του μαλάκα που διέλυσε την κόρη της. Και μετά πήγαν μέσα οι γονείς μου, οι χωρισμένοι από το 1997. Κι έκατσα μόνος μου με τη γιαγιά και της χάιδευα τον ώμο της που είναι αποστεωμένος και το δέρμα σαν αφρός. Στον έφερα και τον Νικολάκη, τώρα μπορείς να φύγεις ήσυχη. Και της είπα πως την αγαπάω και πως όλοι την αγαπάμε και πως δεν έχω γνωρίσει ποτέ καλύτερο άνθρωπο στη ζωή μου, πιο γλυκό, χωρίς καμία κακία, γαμώ τον κόσμο που ζούμε και σιχαίνομαι. Και μου είπε ένα ξεψυχισμένο κι εγώ σας αγαπάω και γύρισα το κεφάλι μου και έκλαιγα σαν μικρό παιδί ο καριόλης, έκλαιγα και την αποχαιρετούσα μέσα μου, όπως κλαίω και τώρα που το γράφω και μου τρέχουν μίξες. Και την ένιωσα να χαλαρώνει, πως είπε το γεια της. Και βλέπω πως κάποτε το 2014, οταν επέστρεψα από τη Βουδαπέστη, τον Αύγουστο, είχα κάτσει μαζί της κι έπινα μπάφους όσο μιλούσαμε και με ρωτούσε αν καπνίζω. Καμιά φορά γιαγιά μου, ναι. Που να ήξερε. Και τότε την είχα ρωτήσει, τι είναι η ζωή και μου είχε πει πως είναι πόνος, με το μάτι το ένα το καλό να δακρύζει (θα βάλω το ποίημα που έγραψα καπάκια μετά από αυτό, λίγο πιο κάτω). Γιατί πόνος; Το κατάλαβα όταν έκανα παιδιά μου είχε πει. Και τώρα που παραληρώ και γράφω συνειδητοποιώ πως ίσως να είχε άδικο γιατί βλέπω την αδελφή μου να είναι τέρμα χαρούμενη τώρα που έκανε παιδί. Αστείο, σκέφτομαι αυτό το πράγμα τώρα και γελώ. Και δεν ξέρω τι θα γίνει με τη δική μου τη ζωή, δε με νοιάζει τόσο, απλώς προσπαθώ να είμαι καλός τελευταία ή να αποφεύγω καταστάσεις που μπορεί να έχω δίκιο, αλλά δε βγάζω άκρη. Και δε γαμιέται όλα τελειώνουν κι αρχίζουν και τώρα αφήνω το μυαλό να χαθεί πάλι και να γράφει όπως γουστάρω πιο πολύ, καμμένα. Αλλά είναι αργά και βαριέμαι, πάω να ποστάρω γιατί είμαι ανασφαλής και σε τρολάρω καμιά φορά, αλλά είμαι αληθινός στο βάθος και το ξέρεις. Καλήμερα ή καληνύχτα, εσένα που φτάνεις ως εδώ. 

Αυτό είχα γράψει το 2014, μετά την κουβέντα μας.

30 August, 2018

ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟ "ASEROE" BOX-SET.

Στο βαθύ σκοτάδι εκκολάπτεται το σκουλήκι, βαθιά μες στο μυαλό μας.

Τροφή του είναι τα εγκεφαλικά μας κύτταρα, σταθερά τα απομυζεί.

Μεγαλώνει μέσα μας όσο μεγαλώνουμε, πάντα μας συντροφεύει.

Οι παιδικοί φόβοι, η αγοραφοβία, η εσωτερική μοναξιά, εκεί, από την αρχή.

Η πρώτη απογοήτευση, το τέλος της αθωότητας, η απότομη μετάβαση στο πένθιμο.

Ο ρεαλισμός της ζωής, σαν ρυπαρό νερό, ορμητικά μας περιλούζει.

Θρέφοντας το σώμα του σκώληκα, διογκώνοντας τους φόβους μας.

Τα μάτια μαυρίζουν, γυαλίζουν, η αϋπνία, το βραδινό κλάμα.

Το άγχος στραγγίζει κάθε διάθεση για αλλαγή, προσκαλεί την οκνηρία.

Φίδια ξεχύνονται απ’ το στόμα μας, φράζοντας την τραχεία κατά την έξοδό τους.

Η λοβοτομή φλερτάρει συνεχώς με ό,τι θα αποτελέσει λύση.

Σκοτώνει, προσωρινά, το εσωτερικό σκοτάδι, αυτό που μας μολύνει.

Μα ο φόβος βρίσκει δίοδο, εισέρχεται απ’ το στόμα, σαν ομίχλη.

Το γνώριμο, το σύνηθες, η ολοκλήρωση του μαζοχιστικού μοτίβου.

Βαδίζουμε μόνοι, προσκαλώντας ανάγκες κι ανασφάλειες.

Απελπισμένοι, κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας για να μη μας σιχαθούμε.

Πείθοντας το μυαλό μας με ψέματα, πάχνη πυκνή, πως: «...η ζωή αξίζει».

Ασάλευτο το παρελθόν, ο πιο αυστηρός κριτής, ο δήμιός μας.

Ελιξήριο οι πίκρες, τα λάθη, τυλίγουν το κορμί, θεριεύουν το σκουλήκι.

Η πορεία προς το τέλος, η μη νοηματοδότηση, οι σπείρες που μας στραγγαλίζουν.

Η παρατήρηση, η εμπειρία, η απόλεση του φόβου κι η επανάκτησή του.

Το νοητικό κελί, η μήτρα, η μεταλαμπάδευση της αρρώστιας.

Στροβιλίζοντας τη σκέψη ανηλεώς, αδιάκοπα, σε ημισκότεινα δωμάτια.

Κάποιο μοναχικό χάραμα, την ώρα που ακούμε την καρδιά μας να χτυπάει.

Την ώρα που η μοναξιά κρατάει το χέρι μας και μια φωνή διατάζει την πράξη.

19 July, 2018

ΣΦΗΝΑΚΙ (ΠΡΩΙΝΟ).

Τα πρωινά είναι τα πιο δύσκολα.

Πιο βαριά από μολύβι.

Κάνουν τα βράδια να φαντάζουν ένας "απλός περίπατος".

Όταν ανοίγεις τα μάτια.

Όταν αρχίζει να ξημερώνει.

Όταν δεν έχεις ύπνο.

Όταν προσπαθείς να κοιμηθείς την ώρα που άλλοι ξυπνάνε.

Για να μην έχεις τόση επαφή.

Γιατί τα βράδια ζεις κι απολαμβάνεις τη μοναξιά.

Την παρέα λίγων, το ίδιο κατεστραμμένων.

Τη μοναχική δημιουργία.

Τη σάρκα.

Το δωμάτιο και τον κόμπο στο στομάχι.

Πάντα κάτι θα χωλαίνει.

Θα ακροβατεί μεταξύ προσωρινής σταθερότητας και συνήθους αστάθειας.

Όσο μακριά και να φεύγεις.

Όσο και να ταξιδεύεις.

Όσες επιτύχιες και να έχεις.

Όσα άτομα και να γνωρίσεις.

Όσο έρωτα / σεξ / γαμήσια και να κάνεις.

Όσο και να δεθείς.

Όσο και να δημιουργείς.

Όσο και να ουρλιάζεις πόνους.

Πάντα κάτι θα χωλαίνει.

Μεταλλικούς ιστούς μέσα μας θα υφαίνει.

Όλο και πιο γεωμετρικούς, όλο και πιο σθεναρούς.

08 July, 2018

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.

Όσα πέρασαν, πεθαίνουν.

Όσα αφήσαμε θα γίνουν αναμνήσεις.

Γλυκές ή μη.

Θα γίνουν πόνος, έλλειψη.

Θα γίνουν μίσος, αηδία.

Θα γίνουν λάθη, τιμωρία.

Και τίποτα δε θα έχει νόημα.

Παρά μόνο θα μαθαίνεις από αυτές ή και όχι.

Θα επαναλαμβάνεις λάθη, όποιος κι αν είσαι.

Από αντίδραση, από πόνο, από καύλα.

Όσο και να το αρνείσαι.

Έστω λίγο, θα ξυπνάει το σαράκι.

Τα βράδια που κάηκες, μέσα σου θα σαπίσουν.

Τα λόγια που ανταλλάξες κι έλεγες πώς είναι μοναδικά.

Τα συναισθήματα, το κλάμα, η ηρεμία.

Τα ταξίδια, οι πρόβες, οι μουσικές.

Τα ναρκωτικά, τα καψίματα, οι έρωτες.

Ό,τι είναι μοναδικό, είναι μια στιγμή.

Είναι η ανασφάλεια κι η σύνδεση.

Είναι η μοναξιά κι η ολοκλήρωση.

Είναι η καύλα κι η αφοσιώση.

Είναι η πίεση κι η ανεμελιά.

Είναι η θλίψη κι η ευτυχία.

Είναι η δημιουργία κι η απραξία.

Κι όλα είναι δίπολα.

Τίποτα δε μένει στη μέση.

Όλα πρέπει να κινούνται οριακά.

Γιατί έτσι νιώθεις ζωντανός.

Κι όσα πληγώνεις, σε λυτρώνουν.

Κι όσα λυτρώνεις, τα πληγώνεις.

12 June, 2018

ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΑ "ASEROE" (Καινούρια κομμάτια).

Τις τύψεις διακρίνω
Να έρχονται γοργά
Ν’ απλώνουν πλοκάμια
Βαθιά στα σωθικά

Με βλέπεις να κλαίω
Και απορείς

Το σκότος που κρύβω
Το αγνοείς

Είν’ η ζωή που φεύγει απ’ τα χέρια μας
Τα δόκανα της στήνει
Είναι βραχνάς

Στον λαιμό
Στο μυαλό
Στην καρδιά
Στην ψυχή

Ύπουλα κι άπληστα ρουφάμε
Μοναξιά

Σε ό,τι μας λυτρώσει
Βάζουμε φωτιά

Ειν’ η ψυχή που φεύγει
Απ’ το στόμα μας

Φεύγει σιωπηλά

Κι ό,τι αγγίζουμε αρρωσταίνει
Μια ερινύα μας μιλά
Βελόνες μπήγει στο μυαλό μας
Τη θέληση απομυζά
                                                             
Με τρόμο ρουφάμε
Το σκότος το βαθύ
Μαχαίρια θωπεύουν
Την άρρωστη ψυχή

Εθίζει ο πόνος
Η μόνη συντροφιά
Οι τύψεις σκαλίζουν
Την πέτρινη καρδιά

Αμείλικτα ο χρόνος
Στραγγίζει το κορμί
Σαν πτώμα κινούμαι
Δε βρίσκω διαφυγή

24 April, 2018

ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΑ "ASEROE".

Listen to it:


Στίχοι:

01.Απομόνωσις

Οι σκοτεινές εκφράσεις της ψυχής
Μολύνουν ράθυμα τον νου
Υφαίνουν τον ιστό τους μέσα στο μυαλό
Φωνές διατάζουν κλάμα γοερό

Είν’ οι σκέψεις και καραδοκούν
Σαν βδέλλες που διψούν για αίμα
Γνώριμα μοτίβα καλούν σ’ υποταγή
Οικεία θλίψη, γίνε εμμονή

Ένα σκιάχτρο αποκτά ζωή
Αναπνέει

Φέρει ενοχές
Φόβο προκαλεί

Σαν μαχαίρι
Σφάζει το παρόν

Με κυνηγά

Στα σκοτάδια του νου
Ενοχές κατοικούν

Σαν αγκίστρια αιχμηρά
Μνήμες φέρνουν ξανά

Με ρυθμό σταθερό
Καταλύουν μυαλό

«Σκιάχτρο με ακουμπάς»
«Την ψυχή μου διαλάς»

Μα το σκιάχτρο στυγνά
Μου απαντά και γελά

«Σου μολύνω τον νου»
«Μ’ ενοχές αλλουνού»
«Λάβε μοναξιά»

Σαν βαρίδι
Η κατάρα μου

«Να πονάς»
«Μια ζωή θα πονάς»
«Στο βαθύ της ψυχής» 
«Μια φωνή»
«Θα κυβερνά»
«Τη ζωή σου που περνά»

Προβολές
Τύψεις
Ενοχές

Γεύομαι στάχτες
Ό,τι νεκρού
Οι αναμνήσεις
Ψυχορραγούν

Νιώθω νεκρός
Δίχως πνοή
Μία κατάρα
Με ακολουθεί

Με κυνηγά

Κλείνω τα μάτια
Ν’ αντιληφθώ
Αυτό το σκιάχτρο
Είμαι εγώ

Μια φυλακή
Δημιουργώ
Καθηλωμένος
Παραληρώ


02.Αποσύνθεσις

Ματαιότητα
Διέπει τη ζωή
Γεννάει την απραξία
Μιζέρια καλλιεργεί

Κενή ύπαρξη

Της θλίψης οι βελόνες
Βάλλουν τους βολβούς μου
Η ύπαρξη συνθλίβεται
Σε τοίχους νοητούς

Σαπισμένο σώμα
Σαν σάκος μεταφέρει
Ακραίες αμαρτίες
Η υπόσταση χωλαίνει

Μένος με διατρέχει
Ακράδαντα χτισμένο

«Κοίτα με, υποφέρω»

Ερήμωση
Με διαπερνά
Ελπίδα καμιά
Για αλλαγή

«Χάρε, πάρε με»

Τη λήθη ποθώ
Καρτερικά
Σε δίνη βουτώ
Νωχελικά

Θέλει η νόησή μου
Να με τυραννά

Βαθιά μες στο μυαλό μου
Η κόλαση

23 April, 2018

ΜΑΓΜΑ - 16/04/2018.

Τα κέρινα φτερά, γκρίζες ακτίνες ραίνουν.

Σπειροειδώς κινείται το σαράκι, πένθιμα διατρέχοντας το κορμί.

Προσομοιάζοντας εικονικά περιβάλλοντα.

Σε σταυρώνω στο πάτωμα.

Αδυνατείς να κινηθείς.

Υποτάσσεσαι.

Πάντα με τη θέλησή σου.

Είσαι σκέψη και σε ελέγχω.

Ένα κάτοπτρο στολίζει το ταβάνι σου.

Η ανάγκη να σε σπάσω, να γίνω κύριός σου.

Από φόβο μη χαθείς.

Δεν είσαι πρόσωπο, είσαι κατάσταση.

Υπόσταση δεν έχεις.

Κι όμως κινείσαι.

Παρά τη σταύρωσή σου.

Μαύρο υγρό ξεχύνεται από τις τρύπες σου.

Παλιές ή νέες, δεν έχει σημασία.

Και πίνω αχόρταγα, να ξεδιψάσω.

Το μέσα σου, το αδειάζω, το ρουφώ.

Κοιτώντας χαμηλά.

Τις τρύπες τις δικές μου, να χύνουν τα υγρά σου, φιλτραρισμένα από τον οισοφάγο μου.

Το τρύπιο μου στομάχι, τον γόρδιο δεσμό μου.

Αφήνεις υπολείμματα, λερώνεις το εγώ μου.

Αναίσχυντα ρουφάς τις λίμνες τους από το πάτωμα.

Αναίσθητα κινούμαστε στα πλαίσια του βίου.

Για λίγο ξαποσταίνουμε σαν βρούμε ζεστασιά.

Εχθρός των κέρινων φτερών, η σκιά του σαρακιού.

Αρκεί να βγεις από το δωμάτιο για να το θρέψεις ή να το αγνοήσεις, τελικά. 

Αρκεί να το αγνοήσεις.

Αφήνοντας στο διάβα μας τα μαύρα μας τα υγρά.

11 October, 2017

ΣΦΗΝΑΚΙ, ΤΑ ΧΑΡΑΜΑΤΑ.

Ο εσωτερικός πόλεμος μού κόβει την ψυχή.

Ο εχθρός είναι αόρατος.

Στον ορίζοντα διακρίνω ένα κάτοπτρο.

Ό,τι στέκει απέναντί μου, καθρεφτίζει ό,τι υπάρχει πίσω μου.

Μια σφαίρα με δυο όψεις. Ίδιες κι όμως διαφορετικές.

Είμαι στο κέντρο της.

Βλέπω εμένα, ίδιο κι όμως διαφορετικό.

Να χαμογελώ σαρδόνια. Να βράζει η ψυχή μου.

Να μου ψιθυρίζω κατάρες, να με βασανίζω.

Να νιώθω την ύψιστη τη μοναξιά, αυτήν που έχω συνηθίσει.

Να πιάνομαι απ' τις τέχνες και τη μουσική, ο νους μην αρρωστήσει.

Να γράφω χωρίς νόημα, την ίδια ιστορία.

Σε δίνες στροβιλίζομαι, μ' υπέρμετρη μανία.

16 August, 2017

ΜΑΣΤΟΥΡΩΜΕΝΗ ΣΠΟΝΔΗ.

Σε σκοτεινά δωμάτια που κλάψαμε.

Σε ανθρώπους που διώξαμε.


Στις σκέψεις που μας βασανίζουν και δε νιώθεις.

Στις αβύσσους του μυαλού.

Στις πρωινές καύλες.

Στις πρωινές αυτοκτονικές ιδέες.


Σε φωτεινά σπίτια που συγκατοικήσαμε.

Σε ανθρώπους που αγαπήσαμε.


Στις ενοχές που χτίσαμε.

Στα λάθη που επαναλάβαμε.

Στα δράματα που δημιουργήσαμε.

Στις φιλίες που ανασκολοπήσαμε.


Σε ατελείωτα βράδια που καταστραφήκαμε.

Σε πελιδνά πρωινά που αντικρύσαμε.


Στους ανθρώπους που συγχωρήσαμε.

Στα αδέλφια που ακουμπήσαμε.

Στη ζωή που δεν αξίζουμε.

Σε ό,τι καταστρέφουμε, όταν το αγγίζουμε.

05 August, 2017

ΚΕΝΤΗΜΑ.

Παρέχω λέξεις στο χαρτί, προσφέροντάς μου προσωρινή ανακούφιση.

Σε δύσκολες ώρες, όταν εσύ κοιμάσαι.

Τις όμορφες ώρες, τις μοναχικές, τις σκοτεινές.

Τα ουρλιαχτά μου βιάζουν το πεντάγραμμο, μελωδική ακρότητα με τρέφει.

Πίσω τους κρύβουν ιστορίες της στιγμής ή βαθιά χαραγμένους πόνους.

Κι ας μη καταλαβαίνεις τι λέω, δες με να κλείνομαι αυτιστικά στο κουτί μου.

Μπορεί να με νιώσεις κι ας μην πιάνεις ούτε λέξη.

"Σε αγαπώ τόσο πολύ, που πονάει." Δε με έχει κοιτάξει κανείς τόσο βαθιά, τόσο αληθινά.

Κι αυτό το φοβάμαι. Να κρατάω το πρόσωπό σου και να λιώνεις.

Συνήθως σιχαίνομαι τους ανθρώπους, τη βλέψη παλιών "φίλων" που εσύ ονομάζεις αθώα.

Σιχαίνομαι τα ψεύτικα "αδελφέ μου, φίλε, κολλητέ και μαν".

Σιχαίνομαι τους δειλούς κι όσους σκάβουν λάκκους.

Σιχαίνομαι την αφέλεια, την ανάγκη για επιβεβαίωση.

Ό,τι είναι η πουτάνα η ανθρώπινη φύση.

Τη χημεία του εγκεφάλου μου, τις διαταραχές κι εμμονές μου.

Το ένστικτο, το γαμήσι που τόσο λατρεύω.

Τον χρόνο που ξοδεύω, τις καύλες που τιθασεύω.

Τη φύση μου τη βρώμικη, τα λάθη και τις πίκρες.

Το να υπονομεύω ό,τι με κάνει για λίγο χαρούμενο ή για πολύ, δεν έχει σημασία.

Σε γνώριμα μοτίβα μιζέριας πλέουμε.

Εμείς, οι "καλλιτέχνες", μη χέσω.

Σιχαίνομαι τους δήθεν, τους ψεύτικους κι υπάρχουν πολλοί.

Ό,τι είναι ανειλικρινές και φτιαχτό, ό,τι μπορώ να θρυμματίσω με ανάλυση.

Ό,τι είναι δειλό απέναντί μου, αλλά κι εγώ είμαι δειλός απέναντι στην ηρεμία.

Το χάος στο κεφάλι μου θα στήνει γαϊτανάκι από συρματόπλεγμα.

Σε κάθε περίπτωση, πλην της μουσικής και της φιλίας.

02 August, 2017

ΠΕΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΣΚΟΤΟΣ.

Η δυσθυμική αγχόνη είναι ένας βραχνάς.

Σφίγγει την ύπαρξη, απομυζώντας τη λίγο λίγο, καθημερινά.

Σε σκοτείνα δωμάτια, ευαίσθητοι τρελοί σκοτώνουν το εγώ τους.

Προφητεύοντας σκοτεινές καταστάσεις ή αναπαράγοντάς τες.

Τα οικεία αγκίστρια σκίζουν το δέρμα, ζωγραφίζουν σημάδια.

Σκουριασμένα βαρίδια μας τραβάνε στον πυθμένα, εκεί στην άβυσσο.

Η νόηση γίνεται νοητική υστέρηση.

Νιώθεις να μη σε νιώθουν.

Νιώθεις μόνος σου.

Σε μια μεγάλη αίθουσα, όπου κανείς δεν μπορεί να δει πίσω από την εικόνα.

Κανείς δεν μπορεί να νιώσει την ευαισθησία σου.

Σε αποκαλούν τρελό, περίεργο.

Κανείς δεν μπορεί να νιώσει τη μοναξιά σου.

Την ψυχική μοναξιά, αυτή που σε θολώνει.

Την αγνή μοναξιά, αυτή που σε σταυρώνει.

Την οικεία μοναξιά, αυτή που προσκαλείς και σε σκοτώνει.

28 July, 2017

ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΟ ΚΑΨΙΜΟ, ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΓΡΑΦΗ.

Η ζωή είναι κύκλοι.

Είναι πίστες σε video-game.

Είναι ωρίμανση και θάνατοι.

Είναι λάθη και δοκιμές.

Είναι ύπνοι ατελείωτοι.

Είναι ξυπνήματα και τάσεις αυτοκτονίας.

Είναι παροδικές χαρές.

Είναι στάσεις, είναι διαδρομές.

Είναι σχέσεις, είναι στιγμές.

Είναι φιλίες, είναι βαθίες.

Στο πέρας του χρόνου τι έχει να μείνει;

Αυτά που φεύγουν κι έχω καταστρέψει.

Όσα δε γράφω από ντροπή.

Τα παρελθοντικά λάθη κι οι επιστροφές.


Τις σκοτεινές τέχνες υπηρετούμε σιωπηλά.

Χτυπώντας λίγο λίγο τη φορά.

Διαλύουμε ανθρώπους, τους απομυζούμε.

Στο πέρας του χρόνου, παύουν να ζούνε.

Μα δίνες κρατάει το σάπιο μυαλό.


Και μπαίνω μέσα τους, είτε τις δημιουργώ.

Τη γνώριμη μιζέρια προσκαλώ και προκαλώ.


Δε γράφω γιατί ντρέπομαι και νόημα δε βρίσκω.

Να με διαβάσεις για να νιώσεις;

Να με συγχωρέσεις;

Να με καταλάβουν;

Έχει καταντήσει βαρετό.

Ίδια τα λόγια, τα πρόσωπα που καίω σιγοψήνουν το μυαλό.


Σε κύκλους να περιφέρομαι.

Αν με δω από έξω, είναι να γελάς.

Μέσα στην τύχη χάνομαι, σ' εδάφη ευτυχίας.

Στις τέχνες, στη ζωή, στις σχέσεις, στις φιλίες.

Σε όλα μέσα τους βουτώ, εάν το επιλέξω.

Και σε παρασύρω.

Αλλά δεν εκτιμώ.

Το κάθε πράγμα γίνεται βαθύ, συγκριτικό.


Σενάρια και σκέψεις το μέσα μου βιάζουν.

Ψυχαναγκαστικά καρφώνουν ερινύες, εικόνες.

Μαύρα πέπλα που τελικά εγώ στρώνω.


Ποιο το νόημα να κλαίγεσαι;

Όταν ο ίδιος προκαλείς το δράμα;


Οικείο γαμήδι, οικείο.

Όσα έχεις πει, τα έχεις ξαναπεί.


Το τώρα φαντάζει ψεύτικο, αστείο, μη αποδεκτό.

Και τελικά καταλήγω πως πάντα ζω σε ένα αόριστα ορισμένο στο κεφάλι μου παρελθόν.

Συνήθως κάποιου άλλου... Ή και δικό μου.

Ή σε ένα σεναριακά καταστροφικό μέλλον.


Μόνο με τη μουσική δε νιώθω ανασφάλεια...

Μόνο εμένα φοβάμαι...

23 April, 2017

LYRICS FOR THE DISBANDED PROJECT, "DULL".

SECLUSION

In many occasions in my life
In silent nights full of light
I was the devil and the god
You faced me innocent and pure

Look at yourself
Close your eyes
Damn you

Silent nights
Filling my mind
Hate you

Obsessive lists are filling up
The names change as days pass
I am the fear in your eyes
I am the one that heard you cry
I am compulsive, I am pure
I fear life, I hate me

Burn

Rotten inside
Tripping myself
Fool me
Withdrawn from life
Stuck in a room
Kill me


COMPULSION

Compulsive I am
Chained on a floor

I
Feel alone
Trapped
In myself
Wrong actions
Rain over me
Reactions
Amputate my will

Your concept of life
Deceives what you are
Chained

You
Your eyes are blind
Horror
Lies in your heart
Clouded fears
Cut your weakened knees
Purple fires
Keep you in your hell

Your concept of life

In the end I’ll be alive
In the end I’ll freeze

I walk away free
Another circle it is
I leave, there is no trace
I’m just a memory

Carving
Sticking in your head
Sadism

Your concept of life
Misfortune, a lie


DECAY

Stay inside
Kill the light

My prison, my kingdom
A wall made of shattered glass

I can’t find meaning and I suffocate
There is nothing I believe
I pray there is no bullshit after life
How I crave for this
To end

My thinking, my sickness
A scaffold is calling for my name

The sound I hear is pretty deafening
There’s no silence or breaks
Suffocate myself as I pluck my eyes
Reject my own freedom
Decay

I can’t help but analyze

Bury my fears
Bury my life
Gut me

Stay inside
Taste my pain
Exhale

I find no point
Nothing to hang on


HESYCHASM

A creation of pure lies
Infiltrates my route again
Shuts my brain
Kills my heart
Raping
Stealing
Taking
Raping again

Raping again

Taking my time

Cutting my head
Lying
Smiling
Sinking
It’s all the same

Every time
I’ve been here
I know you
Feeling
Fighting
Striving
Was here before

Take me inside
I hate my own life

See me in pain
Bathe me in lies

I seem plain
I seem pure
I want to stay away

Broken hearts
Rotten smiles
Wishing
Thinking
Coping
I’m used to pain

Rape forever
The essence of life

I tend to hurt my own mind

Snakes eating tales
It’s all the same

So, stay inside

Please, stay inside

You are destroying the essence of life
You are the one who decides

Raping my body
Polluting my mind
Feed my fears
Prove that I am right

You are the one who divides

You are a witch with glass eyes
You only took something of mine
Deflower the purest essence of life
No logic in your crazy mind


ENTROPIA

Three decades of life
Are devouring my mind
Struggling my essence
Feeding on lies

Thirty pointless years
Of misery
Full of experience
Empty of dreams

You
Burn away
Let me be me

Entropic fights
Happen in my head
Hyper analyzing
What’s the point in this?

I see lies
Everywhere I look
Irrational thinking
I am begging for truth

Shut my mind of functioning
Gouge my eyeballs out
Take my heart and shallow it
I ’m sick

Sick of people
Sick of life
Burning inside me
Always hard to accept the fact

Burn away

Sucking my life-force

Keep away

Eating my entrails

Lies fill my world
Empty hearts and smiles
Thinking‘s all I got
Going
In known circles
Keeping my consciousness
Clean

14 March, 2017

ΚΑΡΦΙΤΣΩΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ.

Περιμένω να έρθεις μέσα στο σκοτάδι.

Περιμένω να παίξεις τις σάπιες νότες σου.

Χρησιμοποιώντας τις φωνητικές μου χορδές, να βγάλεις φάλτσους ήχους.


Περιμένω το ανηλεές χάδι σου.

Περιμένω το ερωτικό σου έρεβος.

Να γεμίσεις την ψυχή μου με γνώριμη μαυρίλα.


Περιμένω να με φιλέψεις προστυχιά.

Περιμένω να μου σκίσεις το στήθος.

Μπήγοντας τα βρώμικα νύχια σου στη σηψαιμική καρδιά μου.


Περιμένω να σταματήσεις τα ρολόγια.

Περιμένω να βυθιστώ μες στο παρόν.

Για λίγο να ρουφήξεις το γεμάτο διαταραχές είναι μου.


Περιμένω να μου ξεριζώσεις τα μάτια.

Περιμένω να γίνουν όλα σκοτεινά.

Να μείνω σε ό,τι έχω συνηθίσει και μπορώ να χειριστώ.


Περιμένω να ξυπνήσω και να έχει νόημα.

Περιμένω εμένα γιατί μόνο έτσι πάει.

Να νικήσω ό,τι αντικρύζω στον καθρέφτη.


Περιμένω το αδυνατισμένο χέρι σου να απλωθεί.

Περιμένω τον ηλιθιωδώς μάταιο κόσμο να καταλάβει.

Μάταια περιμένω σε μια μεγάλη σάλα περικυκλώμενος από ζωντανούς νεκρούς.

01 March, 2017

ΑΘΗΝΑ ΣΕ ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ (ΜΕ ΤΥΧΑΙΑ ΣΕΙΡΑ).

Μια πίστα.

Η φιλία.

Το τίμιο.

Το καθαρό.

Μεγάλο μπουρδέλο.

Οι συναντήσεις.

Οι συμπτώσεις.

Το παρελθόν.

Τα τυχαία.

Τα μεθύσια.

Οι auditions.

Τα λάθη.

Η "φιλία".

Το κουτσομπολιό.

Οι καθρέφτες.

Οι ανασφάλειες.

Η κοινωνικότητα.

Η δηθενιά.

Η αντικοινωνικότητα.

Η μιζέρια.

Η πουτανιά.

Η ειλικρίνεια.

Η ζεστασιά.

Τα αδέλφια.

Οι σκέψεις.

Η πλήξη.

Η έκπληξη.

Η έξοδος.

Το δωμάτιο.

Το σκοτάδι.

Η μοναξιά.

Οι ανακυκλώσεις.

Η σήψη.

Τα πισωγυρίσματα.

Το μάταιο.

Το ορισμένο.

Το γνώριμο.

Το ψέμα.

Οι φόβοι.

Το θάψιμο.

Το ψεύτικο.

Το κρυστάλλινο.

Οι κλεψύδρες.

Το κρυφό.

Το ύπουλο.

Το δήθεν.

Οι δήθεν.

Οι κενοί.

Οι χαμαιλέοντες.

Το κενό.

Η απογοήτευση.

Η ειρωνία.

Το κάρμα;

Το ανεκπλήρωτο.

Τα γαμήσια.

Ο κόσμος.

Οι λίγοι.

Τα αδέλφια.

Η μουσική.

Οι συναυλίες.

Οι καύλες.

Το χόρτο.

Ο έρωτας.

Η γαλήνη.

Ο κόσμος.

24 February, 2017

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.

Νιώθω πως κουβαλώ βόλους στις τσέπες μου. Βαραίνω. Τους νιώθω να έχουν ψυχή, να ουρλιάζουν. Νιώθω πόνο και βαρεμάρα, πλήξη σε ό,τι και να κάνω. Την ηρεμία μου να ονομάζω χημεία. Αν είναι αυτή η μοναδική λύση... Την ενέργεια, τον χρόνο να περνάει και να μη με νοιάζει. 30 χρόνια το πολύ, ακόμα. Κι ας είμαι άνετος. Κι ας είμαι βολεμένος. Στο πιο βαθύ σκοτάδι μου θα χώνομαι. Εκεί κουρνιάζω. Στο σύνηθες, το γνώριμο, το οικείο. Η εικόνα. Δε με νοιάζει και παράλληλα με νοιάζει τόσο πολύ. Κι απορώ με τους γύρω μου. Γιατί να μην είμαι χαλαρός; Σπονδές στο δραματικό. Συναισθηματικά, άθλια, δίνομαι σε λάθη. Το χρέος στον πόνο, αυτό με έμαθες, μητέρα. Να φοβάμαι. Κι όταν το νικάω, πετάω, κάνω θαύματα, μου βάζω τα γυαλιά. Αλλά πάλι θα είμαι κενός. Μετά από λίγο θα είμαι κενός. Γεμάτος εικόνες, εμπειρίες. Αναστάσιμες ή μη. Διάτρητος, νιώθω τον βρώμικο αέρα να με περικυκλώνει. Με διαπερνά κι αδειάζω. Μέσα στον βυθό, σε τάφρο, στην άβυσσο κλειδωμένος.

Και νιώθω διαρκώς την εσωτερική τη μοναξιά. Αυτήν την πουτάνα που μας γαμάει όλους, μας τρώει. Όσους σκέφτονται κι αναλύουν. Όσους σε σκοτεινά δωμάτια γράφουν πόνους, ανέκδοτους, χαμένους στον χρόνο. Απλώνω το χέρι μου, σε αγγίζω, εσένα αδελφέ μου που δακρύζεις, που γράφεις, που πονάς κι ας μη σε έχω δει ποτέ ή με ξέρεις καλύτερα κι από τον εαυτό μου. Σε όσους ξέρουν τη λύση αλλά δεν κάνουν το βήμα. Σε όσους πίσω από το βήμα βλέπουν μάταιο και το αφήνουν να τους φάει. Σε όσους ερωτοτροπούν με τη μαυρίλα γιατί έτσι έχουν μάθει. Κι ας είναι μπροστά μας η λύση. Σε όσους δεν μπορούν να τα έχουν όλα σε ισορροπία, πάντα κάτι θα χωλαίνει.

Μπορεί να με πεις ηττοπαθή, μπορεί να με πεις δραματικό ή ό,τι είμαι τελικά. Θα γελάω ή θα απορώ με τον κόσμο που δε με ξέρει. Θα γράφω για όσους κρίνουν χωρίς να κατέχουν, για όσους νιώθουν στο σκοτάδι τους, για όσους μιλάνε και σφάζουν πισώπλατα, αλλά κανείς καριόλης δεν έχει έρθει στη μούρη να τα πει. Για όποιους βλέπουν πίσω από το τζάμι, όσους το πάνε βαθιά. Θα γράφω για εμένα, χωρίς λόγο, σαν επίμονος εμμονικός. Γιατί ξεκινάει από μέσα μας κι όσο πιο πολύ βάθος, όσο πιο πολύ ακατέργαστο, πληγωμένο, ανώριμο ή ανήμερο κι αν είναι, είναι εκεί. Ξυπνάει ή κοιμάται, αλλά αναπνέει. Αναπνέει και με έχει κουράσει.

05 February, 2017

ΜΗΤΕΡΑ.

Νευρωτική μήτρα αναπαράγει ανασφάλεια.

Εγωιστικά ζητώντας να κληροδοτήσει ψυχαναγκασμούς.

Μεταλαμπάδευση φόβου - πόθος για το δραματικό.

Διαρκής ανησυχία, ωδή στο καταστροφολογικό.

Εξέταση του πιο αρνητικού σεναρίου.

Καθιστά το σταθερό, απαγορευτικό.

"Έφαγες; Τι έχεις; Πρόσεχε... Δεν είσαι καλά..."

Λόγια ενισχύουν συναισθηματικό ευνουχισμό.

Τρεις όροφοι πίκρες και τρεις γενεές.

Ποτίζουν, χαράζουν στον νου μου πληγές.

Όσο κι αν θέλω μακριά να ξεφύγω.

Στη μήτρα επιστρέφω, εκεί καταλήγω.

Είναι μοτίβο, είναι συνήθεια,,,

Να σπάσω τον κύκλο, ουρλιάζω: ¨Βοήθεια..."

Το χρέος που νιώθω, οι τύψεις, το δράμα.

Στο γνώριμο μαύρο προσφέρω παιάνα.

Νιώθω την υποχρέωση απέναντι σε ό,τι ονομάζουμε μελαγχολία.

Το γνώριμό της χάδι να με πνίγει με μανία.

17 January, 2017

ΤΑΡΑΝΤΟΥΛΑ.

Μια αράχνη μαύρη, τριχωτή κατοικεί μέσα μου.

Τη νιώθω να παρασιτεί στις κενές φλέβες μου, με φαγουρίζει.

Όσο και να ξύσω, η βρωμιάρα, μού ξεφεύγει.

Συνήθως κινείται ανάμεσα στο στομάχι και τον εγκέφαλο.

Τη νιώθω να περπατάει σε ευθεία, μπρος πίσω, ατέρμονα.

Ξαποσταίνει μόνο στις άκρες. Στομάχι ή εγκέφαλο.

Εκεί φωλιάζει, μιά πάνω, μία κάτω.

Χτίζει τις δυο φωλιές της, εδώ και χρόνια, με επιμονή, με εμμονή.

Και με σκάβει, η ρουφιάνα.

Και δεν είναι γυναίκα, δεν είναι πρόσωπο.

Είναι σκέψη, είναι μαζεμένη εμπειρία.

Είναι ψυχαναγκασμός. Είναι σύγκριση.

Είναι προβολή, ενοχή κι ανασφάλεια, σε θλιβερό τρίο.

Είναι λανθασμένη εικόνα, είναι προηγμένη φαντασία.

Είναι σενάριο, είναι λάθος.

Είναι καρκίνος.

Είναι φόβος.

Είναι διττή εγκεφαλική φύση. Ανδρική και γυναικεία.

Είναι γιατί μυρίζω ακόμα τα γαμήδια τα Wendy's όταν φοβάμαι.

Όταν σε φοβάμαι.

Είναι γιατί σε όλα βλέπω καθρέφτες, κάτω από περιστάσεις.

Είναι γιατί φοράω παρωπίδες.

Είναι γιατί φοβάμαι το ήρεμο.

Είναι γιατί φοβάμαι το ασφαλές.

Είναι γιατί μου αρέσει το δράμα.

Μια αράχνη φωλιάζει μέσα μου.

Τη νιώθω να με φαγουρίζει.

Και ξύνω, όλο ξύνω, μα τη στέλνω πιο βαθιά.

Τη θωρακίζω στη φωλιά της.

Κι όλο περιμένει. Να αφεθώ, όταν το κάνω. Για λίγο.

Τότε θα βγει απ'τα λαγούμια της.

Καιροφυλαχτεί η άτιμη. Ξεπροβάλλει, αυτόματα.

Θα ξεκινήσει το ταξίδι της.

Το γνώριμο.

Στομάχι - Εγκέφαλος και τούμπαλιν.